Ξέφτισε το όνειρο και τα ξέφτια του
βρόχος γίνανε να με πνίξουν.
Μετρώ τις μέρες,
τα χρόνια που έφυγαν στη σιωπή.
Γέρασα κι ακόμα μετρώ....


.

Σάββατο, 29 Μαρτίου 2008

Θα ανάβω με τσιγάρα θα σβήνω με ποτά...

Alexiou - Apopse T...





Στίχοι: Σοφία Αργυροπούλου
Μουσική: Αντώνης Βαρδής
εκτέλεση: Χαρούλα Αλεξίου




* αρχική φωτογραφία από thecia.com.au













Χάθηκες


Χάθηκες, θαμπή φιγούρα στην ομίχλη.
Σφάλισες τα πορτοπαράθυρα,
μην και ο ήλιος μπει, μην κι ο αγέρας φυσήξει
και διώξουν μαζί τη σκόνη που κατάκατσε σαν βράχος.

Χάθηκες, έτσι ξαφνικά όπως ήρθες.
Το γέλιο σου, που δεν το άκουσα ποτέ, \
το πνιξες πριν βγει και σκορπίσει το δάκρυ
από τ΄ ακροτσίνορα των ματιών σου.

Χάθηκες, στα σκοτάδια που γύρω σου απλώνεις
σαν Πηνελόπη που περιμένει τον Οδυσσέα
που δεν λέει να γυρίσει, να διώξει του μνηστήρες
που την πολιορκούνε.

Χάθηκες, πιασμένη στους ιστούς της αράχνης
που υφαίνεις για να κρυφτείς απ΄ αδιάκριτα μάτια,
να κρυφτείς από τη ζωή που δεν περιμένει
μα ότι κι αν κάνεις δεν μπορείς από τον εαυτό σου να κρυφτείς.

29/3/2008

Παρασκευή, 28 Μαρτίου 2008

αφιερωμένο εξαιρετικά



Kato Apo Ti Marki...


Οι στίχοι είναι του Μάνου Ελευθερίου, η μουσική που ακούγεται του Γιάννη Σπανού και η γλυκιά φωνή της Χαρούλας Αλεξίου

Πέμπτη, 27 Μαρτίου 2008

Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2008

Χειμωνιάτικη λιακάδα


Γαλέος με σκορδαλιά, χταπόδι ψητό, τσίπουρο χύμα από την Αγχίαλο, απέραντο γαλάζιο μπροστά σου, ο αέρας στα 6 τουλάχιστον μποφόρ γεμάτα, χωρίς νάιλον κουρτίνες που σου χαλάνε όλη τη μαγεία, και ένας χειμερινός κολυμβητής να παίζει με τα κύματα.
Δευτέρα μεσημέρι, παραμονή της εθνικής επετείου, αργία, λιακάδα, τι καλύτερο να επιθυμήσεις και να μαι.
Στου Βολιώτη στη παραλία της Λούτσας, μαγαζί λαϊκό κι όχι σαν κάτι Ξυπόλητα αριστοκρατικά που προτιμάνε οι δήθεν και οι περίπου.
Με το τσίπουρο στο ένα και ένα τσιγάρο στο άλλο χέρι αγναντεύω το απέραντο γαλάζιο, αναπολώ το χτες που έφυγε, σκέπτομαι το αύριο που είναι αβέβαιο και μελαγχολώ με το σήμερα κι όσα απίστευτα συμβαίνουν.
Γουλιά, γουλιά, το τσίπουρο, ψηφίδα την ψηφίδα αναπηδούν οι σκέψεις από τον άγνωστο βυθό της μνήμης για να συμπληρώσουν το παζλ.
Περνάει η ώρα, η φρεασκαδούρα σου ψιχαλίζει το πρόσωπο με θαλασσινό νερό, θολώνουν οι σκέψεις από το τσίπουρο τ΄ αψύ, μοιάζουν βαρκούλες σ΄ ανταριασμένο πέλαγος τα χρόνια που διαβήκανε.
Σταλιά σταλιά η νιότη άδειασε το κορμί που στέκει τώρα εκεί ασάλευτο σαν πολυκαιρισμένο κρασί από ατρύγητο αμπέλι στα αζήτητα της κάβας.
Αναμετράς το μπόι σου κι όλο λειψό σου βγαίνει, τρομάζεις στον ανήφορο, χτυπά η καρδιά σαν του πουλιού του τρομαγμένου, στις σκάλες που ανεβαίνεις.
Στο βάθος ένα φορτηγό τραβά κατά το Λαύριο, βαρύ αργόσυρτο λες κι έχει σταματήσει μεσοπέλαγα, λες και περιμένει το ταχύπλοο που έρχεται πίσω του να το προσπεράσει.
Τόπο στα νιάτα, σκέπτεσαι , κάνουν και τα καράβια και νάτο νεότευκτο, ταχύπλοο το άλλο δεν το τρομάζει ο καιρός, πετάει πάνω στα κύματα και προσπερνάει αγέρωχο το γέρικο εμπορικό που πλέει σπρώχνοντας τα κύματα λες κι είναι σταματημένο μεσοπέλαγα.
Πέρασε η ώρα, πληρώνεις το λογαριασμό και μαζί με την απόδειξη δε ξεχνάς να πάρεις μαζί σου σαν πειστήριο μια φωτογραφία με τα χταπόδια απλωμένα στη χειμωνιάτικη λιακάδα.

Δευτέρα, 24 Μαρτίου 2008

χωρίς ...λόγια

Κόλλησε πάλι η νύχτα, λες κι η γη σταμάτησε να γυρίζει
κι εγώ κοιτάζω τ΄ άστρα που φλερτάρουν με την πούλια
και σε σκέπτομαι κι ας μην σε ξέρω, ας μην σε γνώρισα ποτέ.
Ένα όνομα ανάμεσα σε εκατομμύρια ονόματα, το δικό σου,
σαν ένα αστέρι που λάμπει στο γαλαξία, τόσο μακριά.
Σου στέλνω τα φιλιά μου να σ΄ ανταμώσουν στο πρώτο φως της αυγής.
Λιώμα στο μεθύσι η μέρα ξεστράτισε, έχασε το δρόμο της
αργεί να ξημερώσει γύρισαν πίσω τα φιλιά κουρασμένα,
χωρίς να σ΄ ανταμώσουν.
Άυπνος σε σκέπτομαι κι ας μην σε ξέρω, ας μην σε γνώρισα ποτέ
κι ίσως ποτέ δεν σε γνωρίσω.
Έπεσες από το πουθενά στο δρόμο μου, σαν αστραπή στο χάος, ένα όνομα, χωρίς μορφή, χωρίς σχήμα, χωρίς ύλη.
Ένα όνομα, μια Άποψη, ένα κουίζ πρόκληση.
Κόλλησε πάλι η νύχτα απόψε
δραπέτης του ονείρου μου σε ψάχνω στα αστέρια που τρεμοσβήνουν στο άπειρο.
Μέσα στο απέραντο παζλ του ουρανού σε ξεχωρίζω από τη λάμψη σου,
δεν προφταίνω να χαρώ, δεν προφταίνω να δω τη μορφή σου.
Βιαστικά η μέρα σε τυλίγει στα πέπλα της και σε παίρνει μαζί της
να γυρίσετε τον κόσμο.
Μένω να κοιτάζω το γαλάζιο του ουρανού
που είναι το σπίτι σου και περιμένω.
Να νυχτώσει, να σε ψάξω πάλι
ανάμεσα στα εκατομμύρια αστέρια, ένα αστεράκι και συ.

Κυριακή, 23 Μαρτίου 2008

«θα τρόμαζες αν ήξερες πόσο σε αγαπάω».

Αντιφάσεις ζωής μιας
γνωστής – άγνωστης φίλης



Βαρέθηκα. Κουράστηκα. Μπούχτισα.
Άφησα στην ατζέντα μου τρία τηλέφωνα. Μόνο αυτά αξίζουν.
Και μηδένισα το κοντέρ....
Βαρέθηκα να κάνω αυτό που πρέπει. Βαρέθηκα να ζω έτσι όπως πρέπει. Να μιλώ σε ανθρώπους γιατί πρέπει. Να τους αποκαλώ φίλους γιατί μιλήσαμε κανα δυο τρεις φορές.
Βαρέθηκα να χαμογελώ σε ρηχές βαρετές κουβέντες άσχετων ανθρώπων.
Κουράστηκα να δουλεύω μόνο εγώ για να κρατηθεί η σχέση. Κουράστηκα να σέβομαι μόνο εγώ.
Κρίμα.
Μας πήρε η μπάλα της καθημερινότητας. Μας πήρε και μας σήκωσε. Και μια τρύπα στο νερό κάνουμε τελικώς.
Καμιά φορά θέλω απλώς να φωνάξω "βοήθεια!!!"
Δουλεύω σαν το σκυλί.
Τα χω παίξει...
Κάποιο χέρι, βάζει στη ζωή μου, όλες τις αποχρώσεις του γκρι, σβήνοντας με τη γόμα τα υπόλοιπα χρώματα της ίριδας.
Τόσο πολύ, τόσο συχνά, που πια γίνεται συνήθεια.
…Ανοίγεις την αγκαλιά σου και με κλείνεις μέσα.
Τυλίγεις τα χέρια σου στα πλευρά μου και γω κουλουριάζομαι σαν έμβρυο για να χωρέσω.
Ολόκληρη.
Γέρνω το κεφάλι μου και το ακουμπώ στο στήθος σου.
Συντονίζομαι στο χτύπο της καρδιάς σου.
Κλείνω τα μάτια, βγάζω τον αέρα από τα πνευμόνια μου και σωπαίνω.
Βαστάω ακόμα και την ανάσα μου.
Είμαι γεμάτη.
"Σ' αγαπώ."
"Θα σ' αγαπώ."
…Χωρίς πρόσωπο.
Χωρίς φωνή.
Χωρίς ταυτότητα.
Άγνωστη ανάμεσα στο πλήθος.
Μια ψυχή ανάμεσα στις άλλες.
Ένας ψίθυρος ανάμεσα σε ψιθύρους.
Και σε κραυγές.
Δειλά.
Αργά.
Σαν μωρό που μαθαίνει να μπουσουλάει.
"Σ' αγαπώ."
…Στην πόρτα που κλείνει για να αναζητηθεί η απουσία.
Στις συγνώμες ξανά και ξανά.
Στα βουνά που μετακινώ στο όνομα του «μαζί».
Στην αδυναμία του χώρια.
Στις αγκαλιές της επιστροφής.
Στα χατίρια που σου κάνω.
Στις εκπλήξεις σου, που γέλαγα.
Στην έμπνευση στα μάτια σου.
Στην ανεξάντλητη αγάπη.
Στις αγωνίες.
Στις ζήλιες και στη σιγουριά.
Στις θάλασσες που μου έδειξες.
Στα βουνά που σε περπάτησα.
Στις λέξεις που μου έμαθες.
Στα τραγούδια μας.
Στην οργή σου.
Στις φωνές μου.
Στα γέλια μας.
Στα μεθύσια μας.
Στο ζεϊμπέκικο που σου χορεύω.
Στους ομηρικούς καυγάδες μας.
Στο χρώμα που έβαλες στο γκρίζο μου.
Στα «χωρίζουμε» που δεν εννοούσαμε.
Στα «για πάντα» που κρατάνε.
Στα δώδεκα χρόνια που μοιάζουν μια μέρα.
Στα επόμενα…
Σε σένα που χρειάστηκα τρία δευτερόλεπτα για να καταλάβω ότι θα γεράσω μαζί σου…