Ξέφτισε το όνειρο και τα ξέφτια του
βρόχος γίνανε να με πνίξουν.
Μετρώ τις μέρες,
τα χρόνια που έφυγαν στη σιωπή.
Γέρασα κι ακόμα μετρώ....


.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αταξινόμητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αταξινόμητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 22 Νοεμβρίου 2008

Ρίτα Σακελαρίου η ανεπανάληπτη… φωνάρα

Σήμερα θα έκλεινε τα 74 αλλά….

Για όσους δεν την ξεχάσαμε αφιερώνω...

Το αγαπημένο ζεϊμπέκικο του Αντρέα Παπανδρέου



Το δικό μου αγαπημένο



Και την "αμαρτία" που την καθιέρωσε στα πρώτα ονόματα

Κυριακή 10 Αυγούστου 2008

«αθάνατες» μπίζνες…

Αστράφτει, οι ουρανοί είναι έτοιμοι
η μπόρα όπου να ναι θα ξεσπάσει
σε λάθος τόπο, λάθος ώρα βρέχει
αστραπές σκίζουν τον ουρανό
σαν τις αμερικάνικες οβίδες
που ξεσκίζουν ανθρώπινα κορμιά
σε λάθος τόπο, λάθος ώρα βρέχει
καυτό μολύβι και φωτιά θανάτου
στη μακρινή Νότια Οσσετία
καταμεσής του Αυγούστου διάλεξαν
να χτυπήσουν οι εντολοδόχοι
την ώρα που στο Πεκίνο γιόρταζαν
το πανανθρώπινο ιδανικό της ειρήνης
στο ξεκίνημα των Ολυμπιακών αγώνων
τη μέρα που αρχίζει η εκεχειρία*
που σεβάστηκαν οι λαοί στους αιώνες
απροκάλυπτα την παραβίασαν φέτος
οι υποτακτικοί του παγκόσμιου δυνάστη
πλημύρισαν με αίμα, πόνο και δάκρυ
με χιλιάδες κομματιασμένα κορμιά
τους δρόμους της Νότιας Οσσετίας
στο Πεκίνο η εμποροπανήγυρις συνεχίζεται
σαν τίποτα να μην συνέβη στον πλανήτη
κι ας τρέχει το αίμα των αμάχων
ταχύτερα από ντοπαρισμένο σπρίντερ
σαν καλοί μπίζνεσμεν οι «αθάνατοι»
μετρούν τις εισπράξεις υπολογίζουν τα κέρδη
αποφασίζουν για τους μισθούς τους
μέχρι το επόμενο πανηγύρι στο Λονδίνο
δεν τους αγγίζει το αίμα που χύνεται
η μοίρα των λαών, δεν είναι πρόβλημά τους
αυτοί είναι «αθάνατοι» δεν ήταν ποτέ
δεν είναι τώρα και δεν θα γίνουν ποτέ λαός.


* Στην αρχαία εποχή: Από την έβδομη μέρα πριν από την έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων μέχρι την έβδομη μέρα μετά το πέρας τους, οι πόλεμοι σταματούσαν έτσι ώστε οι αθλητές, απαλλαγμένοι από στρατιωτικές υποχρεώσεις, να μπορούν να ταξιδέψουν για να συμμετάσχουν στους Αγώνες.
.

Δευτέρα 28 Ιουλίου 2008

Πριν αλέκτωρ…

Πριν κλείσεις μήνα παντρεμένη
ξένα φιλιά και αγκαλιά ζητάς
με βλέμμα λάγνο ίδια πρόκληση
κοιτάς τα σερνικά και περιμένεις
την έκτη εντολή να παραβείς
να το χαρείς που θα μοιχεύσεις
ορκίστηκες πως θα τον αγαπάς
μέχρι που να γεράσεις
και κράτησες τον όρκο σου
όσο φόραγες το νυφικό φουστάνι
οι όρκοι σου ξεφτίσανε νωρίς
και ο γάμος δεν θα αργήσει
κι ως έστρωσες θα κοιμηθείς
σε ένα κρεβάτι πανδοχείου
που μόνη σου το διάλεξες
του εφήμερου ερωτά φωλιά να γίνει.

.

Τετάρτη 16 Ιουλίου 2008

Η επιστροφή της ωραίας Ελένης

Όλα τα καλά έχουν τέλος
κι απ΄ την νυφική παστάδα
κατευθείαν στη μπουγάδα
γύρισε μες το καμίνι
με το κόκκινο το μίνι
και το μαύρο της το λάπτοπ
ποιος την είδε ποιος την πιάνει
την Ελένη απ΄ τη Μάνη
πριν ένα μήνα ακριβώς
είχε χαρά μεγάλη
και νύφη στολιζότανε
να πάει για το γάμο
με όργανα και με βιολιά
και καλεσμένους μύριους
που της ευχόντουσαν ανθούς
στο δρόμο της σπαρμένους
αυτά τώρα περάσανε
κι ανάμνηση έχουν γίνει
πρωί πρωί σηκώθηκε
τους δρόμους για να πάρει
άφησε το Στέλιο πίσω
να κοιμάται ευτυχής
και στο υπουργείο επήγε
με τους άλλους δυστυχείς
με τα κπς παλεύει το αεπ και τα ευρώ
που δυσεύρετα έχουν γίνει
στον κακό μας τον καιρό

Πέμπτη 5 Ιουνίου 2008

Αρχίζει το EURO θα λυθούν οι απορίες σας….

...για τις προτιμήσεις των ανδρών

Σάββατο 3 Μαΐου 2008

Για το καφεδάκι που λέγαμε

«Πικρό, φαρμάκι ο καφές όταν τον πίνεις μόνη
γλυκόπικρο είναι το φιλί που έρχεται με τ΄ αγέρι
μα κάπου έξω, κάπου κοντά, ένας σου φίλος ξαγρυπνά,
το ξέρεις ότι σ΄ αγαπά και με τη σκέψη του σε συντροφεύει
ώσπου να γίνει η πίκρα μέλι».

Τετάρτη 30 Απριλίου 2008

σαν έτοιμος από καιρό…

Ήρθες σαν άνεμος σαν καταιγίδα
φουρτουνιασμένη θάλασσα έτοιμη να με καταπιεί
και να με σύρει στα βαθιά τα ανήλιαγα σκοτάδια
που κατοικούνε μέδουσες κοράλλια και ανεμώνες.
Από το βράχο αρπάχτηκα γερά να κρατηθώ
και κοίταξα στον ουρανό βοήθεια να ζητήσω
κι τότε είδα τα μάτια σου να με κοιτούν γλυκά
κι αφέθηκα να σε κοιτώ και να προσμένω.
Η αλκυόνα που αυγά κλωσούσε στη φωλιά της
με κοίταξε κι αυτή μ' ένα γλυκό χαμόγελο
να μ ΄ ενθαρρύνει λες το φόβο να νικήσω.
Η άβυσσος χάσκει ακόμη εκεί σαν στόμα της κολάσεως
έτοιμη να με καταπιεί, μα δεν φοβάμαι πια,
σαν έτοιμος από καιρό σαν κολασμένος,
να σου παραδοθώ είμαι έτοιμος κι ας πάω κι εγώ χαμένος
Τα λόγια σου βάλσαμο καρδιάς που απανεμιά ζητούσε
σφιχτά δεμένα σαν κομπολόι από κεχριμπαρένιες χάντρες
πολύτιμα ανεκτίμητα δώρα ψυχής βαθιά μέσα μου για πάντα φυλαγμένα.

Κυριακή 27 Απριλίου 2008

Όποιος καταλάβει καλώς …κατάλαβε!

Χριστός Ανέστη!

Αχ ναι, πότε, σε ποιο κανάλι το είπαν;
Το έγραψαν και οι εφημερίδες!
Καλέ τι μου λες και εγώ πως δεν το πρόσεξα…
Δεν άκουσες τα βεγγαλικά που έσκαγαν στις εκκλησίες;
Όχι καλέ, τι μου λες τώρα, που γίνανε όλα αυτά; Πότε;
Τα μεσάνυχτα του Μεγάλου Σαββάτου στις 12 ακριβώς!
Αχ, γι αυτό δεν το πρόσεξα,
…μεσάνυχτα, η δύσκολη ώρα
γι αυτούς που είναι μόνοι, που περιμένουν κι αδημονούν
για το χτύπημα στην πόρτα, το κουδούνισμα του τηλεφώνου
το δικό τους Χριστός Ανέστη, να αστράψουν τα βεγγαλικά
στο σπίτι, να γελάσουν τα ματιά κι οι καρδιές.
Μεσάνυχτα… η δύσκολη ώρα,
η ώρα που ξαποσταίνει η κούραση της μέρας
κι η σκέψη δραπετεύει κι ασυμμάζευτη πετάει δώθε κείθε
και αιωρείται στο κενό του παραλογισμού σου,
μεσάνυχτα η ώρα των τρελών.
Έκλεισες τα παράθυρα τράβηξες και τις κουρτίνες,
το φως σβηστό και το τηλέφωνο κατεβασμένο,
πώς να σε βρω αγαπημένη το μήνυμα το μεγάλο να σου πω,
πως ο Χριστός Ανέστη.
Τι κάθεσαι και καρτεράς μόνη μες το σκοτάδι
σαν αγριοπερίστερο κλεισμένο σε κλουβί,
στρώσε τα κόκκινα χαλιά, άναψε τις λαμπάδες
Χριστός Ανέστη πες στη ζωή, να Αναστηθείς κι ΕΣΥ!

Πέμπτη 24 Απριλίου 2008

ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ


Τι σου 'κανα και πίνεις

Τι σου 'κανα και πίνεις, τσιγάρο στο τσιγάρο
κι είν' τα πικρά σου μάτια στο πάτωμα καρφιά

Πες μου για δε μ' αφήνεις με δυο φιλιά να πάρω
απ' τα θολά σου μάτια τη μαύρη συννεφιά
Πες μου για δε μ' αφήνεις με δυο φιλιά να πάρω
απ' τα θολά σου μάτια τη μαύρη συννεφιά

Οι πόνοι που σε σφάζουν, πόνοι διπλοί για μένα
σταλάζουν στην καρδιά μου τα δάκρυα που κλαις

Να 'ξερες πως σπαράζουν τα μέσα μου για σένα
που στέκεσαι μακρυά μου και λόγο δε μου λες
Να 'ξερες πως σπαράζουν τα μέσα μου για σένα
που στέκεσαι μακρυά μου και λόγο δε μου λες

Αμίλητό μου στόμα, φεγγάρι μου σβησμένο
ανάθεμα την ώρα και τη βαριά στιγμή
Όλα για σε τα δίνω, τα δίνω και πεθαίνω
για να μη σε αγγίξουν ξανά οι στεναγμοί

Συνθέτης: Μίμης Πλέσσας
Στιχουργός: Λευτέρης Παπαδόπουλος
τραγούδι: Πόλυ Πάνου

Σάββατο 12 Απριλίου 2008

Της …«αγάπης» αίματα για το Μέγα Πάσχα



Η οσμή του αίματος σου τρυπάει τα ρουθούνια, ανακατεύεται με τα αλατοπίπερα, το μάραθο και το λαδολέμονο που συνθέτουν ένα μοναδικό άρωμα ευφορίας.
Το γδαρμένο αρνί κρεμασμένο στο τσιγκέλι στραγγίζει τις τελευταίες σταγόνες αίμα που του ΄χουν απομείνει έτσι που στεγνό και καθαρό να στολίσει σε λίγο την πασχαλινή σούβλα.
Δίπλα η συκωταριά και τα καθαρισμένα έντερα περιμένουν υπομονετικά τον «καλλιτέχνη» να συνθέσει τον άρχοντα του πασχαλινού τραπεζιού, το κοκορέτσι.
Μπαίνεις στο μπάνιο κι αφήνεις το νερό να τρέξει με δύναμη στο κορμί σου, να διώξει την κούραση της μέρας.
Το νερό κοκκινίζει από το αίμα που πετάχτηκε στα χέρια, το πρόσωπο, κι ολόκληρο το κορμί σου τη στιγμή που το κοφτερό λεπίδι του χασάπη τρυπούσε την καρδιά του άκακου αρνιού που διάλεξες και ξέκοψες από το κοπάδι του για τον πασχαλινό σου οβελία.
Φρεσκοπλυμένος και καθαρός φοράς τα γιορτινά σου.
Σε λίγο θα χτυπήσουν οι καμπάνες στις εκκλησιές για το «δεύτε λάβετε φως» για το «Χριστός Ανέστη» και πρέπει να είσαι εκεί ως καλός χριστιανός να πάρεις και να δώσεις το μήνυμα της αγάπης.
Περιμένοντας να ανάψει το πράσινο φως για την «επίθεση» στη μαγειρίτσα κοιτάζεις γύρω σου να δεις αν ήρθαν όλοι, το ίδιο άλλωστε κάνουν και οι άλλοι, ο παπάς μόνος του τα λέει και μόνος του τα ακούει.
Μόνο το «Χριστός Ανέστη» τους ενδιαφέρει κι αυτό θα το ακούσουν, ακόμα κι αν ο παπάς δεν έχει αποσώσει την ανάγνωση του ευαγγελίου, από τα βαρελότα που θα σκάνε δίπλα τους σαν οβίδες μόλις οι δείκτες του ρολογιού δείξουν μεσάνυχτα.
Με τα καλά τους και το καλό τους χαμόγελο κρεμασμένο στα χείλη είναι όλοι τους εκεί έτοιμοι να γιορτάσουν τη μεγαλύτερη γιορτή της Χριστιανοσύνης, την Ανάσταση, τη γιορτή της Αγάπης που λες θα εξαλείψει την κακότητα και το φθόνο που κρύβουν μέσα τους.
Το άρωμα από τις πασχαλιές του διπλανού κήπου μπερδεύεται με το κοκτέιλ των αρωμάτων από τα σαμπουάν και τις κολόνιες που βάζουν οι καλοί χριστιανοί για να σκεπάσουν τη μπόχα που αποπνέει η μιζέρια και η ματαιοδοξία τους.

Παρασκευή 4 Απριλίου 2008

blogοπαίγνιδο

Μια πολύ καλή φίλη, η Άποψη, με προσκάλεσε να συμμετάσχω σ΄ αυτό το
ανόητο blogοπαίγνιδο και εγώ έκανα πέτρα την καρδιά κι ευχαρίστως απαντώ στο ερωτηματολόγιο της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθήνας , (μοιρασμένο, πριν 2 χρόνια στην έκθεση "Φαντασία της πραγματικότητας").

-Γιατί κλαις;
Κι όμως κυρία μου κι άντρες κλαίνε
- Γιατί δεν κλαις;
Για να μην προδοθώ!
- Πού είναι ο βάλτος;
Από πάνω μου.
- Ποιος και πού είναι ο δεσμοφύλακας;
Απέναντι στον …καθρέφτη μου.
- Πού συναντάς μια εντελώς δική σου άβυσσο;
Στην ψυχή μου.
- Περιφρονείς κάτι;
τα μπλογκοπαίχνιδα
- Θα ερωτευόσουν για πάντα;
Το για πάντα είναι σχετικό.
- Γιατί πουλιούνται τα «έργα τέχνης»;
Γιατί υπάρχουν αυτοί που τα αγοράζουν.
- Μήπως να αφαιρεθούν τα εισαγωγικά από την προηγούμενη ερώτηση;
Και που θα βρούμε τόσους συλλέκτες;
- Do you remember revolution?
Ασφαλώς, Την προετοίμαζα χρόνια!
- Θα ανέβαινες ένα βουνό αν το επέβαλε το ωροσκόπιό σου;
Με τίποτα.
-Θα σκότωνες τον παππού σου, αν το τζάμι δεν έσπαγε απ' τον πάγο;
Αφήστε τους παππούδες να ζήσουν, παλιόπαιδα!
- Θα μπορούσες να κλείσεις τα μάτια σου, αν η ζωή σου έστηνε καρτέρι;
Όχι, είναι τόσο όμορφη που θα καθόμουν να την κοιτάω με τις ώρες.
- Θα κυλούσε η πέτρα του θανάτου το πρωί, αν δεν κινδυνεύατε να τιμωρηθείτε απ΄το νόμο;
Όταν πρέπει και πρωί και βράδυ κι απόγευμα.
- Θα εξετάζατε το ενδεχόμενο να διανύσετε μετά τα μεσάνυχτα απ΄την αρχή μέχρι το τέλος την οδό Αχαρνών, αν γνωρίζατε ότι ποτέ δεν πρόκειται να σας συλλάβουν;
Να με ληστέψουν όμως;
-Θα σκότωνες τον Μπους αν σου χάριζαν δέκα λαχταριστά εκλέρ;
Κρατήστε τα εκλέρ σας δεν είμαι ιδιοτελής.
-Θα μου έδειχνες τα σαπισμένα σου δόντια αν έβλεπες μέσα τους τ΄αστέρια;
Δώσαμε, δώσαμε.
- Θα έπεφτες στο πηγάδι αν ήσουν θλιμμένος;
Που να βρω πηγάδι μέσα στο βάλτο.

Και ενώ πρέπει δεν θα καλέσω τους επόμενους να συνεχίσουν.

Σάββατο 29 Μαρτίου 2008

Θα ανάβω με τσιγάρα θα σβήνω με ποτά...

Alexiou - Apopse T...





Στίχοι: Σοφία Αργυροπούλου
Μουσική: Αντώνης Βαρδής
εκτέλεση: Χαρούλα Αλεξίου




* αρχική φωτογραφία από thecia.com.au













Χάθηκες


Χάθηκες, θαμπή φιγούρα στην ομίχλη.
Σφάλισες τα πορτοπαράθυρα,
μην και ο ήλιος μπει, μην κι ο αγέρας φυσήξει
και διώξουν μαζί τη σκόνη που κατάκατσε σαν βράχος.

Χάθηκες, έτσι ξαφνικά όπως ήρθες.
Το γέλιο σου, που δεν το άκουσα ποτέ, \
το πνιξες πριν βγει και σκορπίσει το δάκρυ
από τ΄ ακροτσίνορα των ματιών σου.

Χάθηκες, στα σκοτάδια που γύρω σου απλώνεις
σαν Πηνελόπη που περιμένει τον Οδυσσέα
που δεν λέει να γυρίσει, να διώξει του μνηστήρες
που την πολιορκούνε.

Χάθηκες, πιασμένη στους ιστούς της αράχνης
που υφαίνεις για να κρυφτείς απ΄ αδιάκριτα μάτια,
να κρυφτείς από τη ζωή που δεν περιμένει
μα ότι κι αν κάνεις δεν μπορείς από τον εαυτό σου να κρυφτείς.

29/3/2008

Παρασκευή 28 Μαρτίου 2008

αφιερωμένο εξαιρετικά



Kato Apo Ti Marki...


Οι στίχοι είναι του Μάνου Ελευθερίου, η μουσική που ακούγεται του Γιάννη Σπανού και η γλυκιά φωνή της Χαρούλας Αλεξίου

Πέμπτη 27 Μαρτίου 2008

πετάξτε τα περιτά...



Τετάρτη 26 Μαρτίου 2008

Χειμωνιάτικη λιακάδα


Γαλέος με σκορδαλιά, χταπόδι ψητό, τσίπουρο χύμα από την Αγχίαλο, απέραντο γαλάζιο μπροστά σου, ο αέρας στα 6 τουλάχιστον μποφόρ γεμάτα, χωρίς νάιλον κουρτίνες που σου χαλάνε όλη τη μαγεία, και ένας χειμερινός κολυμβητής να παίζει με τα κύματα.
Δευτέρα μεσημέρι, παραμονή της εθνικής επετείου, αργία, λιακάδα, τι καλύτερο να επιθυμήσεις και να μαι.
Στου Βολιώτη στη παραλία της Λούτσας, μαγαζί λαϊκό κι όχι σαν κάτι Ξυπόλητα αριστοκρατικά που προτιμάνε οι δήθεν και οι περίπου.
Με το τσίπουρο στο ένα και ένα τσιγάρο στο άλλο χέρι αγναντεύω το απέραντο γαλάζιο, αναπολώ το χτες που έφυγε, σκέπτομαι το αύριο που είναι αβέβαιο και μελαγχολώ με το σήμερα κι όσα απίστευτα συμβαίνουν.
Γουλιά, γουλιά, το τσίπουρο, ψηφίδα την ψηφίδα αναπηδούν οι σκέψεις από τον άγνωστο βυθό της μνήμης για να συμπληρώσουν το παζλ.
Περνάει η ώρα, η φρεασκαδούρα σου ψιχαλίζει το πρόσωπο με θαλασσινό νερό, θολώνουν οι σκέψεις από το τσίπουρο τ΄ αψύ, μοιάζουν βαρκούλες σ΄ ανταριασμένο πέλαγος τα χρόνια που διαβήκανε.
Σταλιά σταλιά η νιότη άδειασε το κορμί που στέκει τώρα εκεί ασάλευτο σαν πολυκαιρισμένο κρασί από ατρύγητο αμπέλι στα αζήτητα της κάβας.
Αναμετράς το μπόι σου κι όλο λειψό σου βγαίνει, τρομάζεις στον ανήφορο, χτυπά η καρδιά σαν του πουλιού του τρομαγμένου, στις σκάλες που ανεβαίνεις.
Στο βάθος ένα φορτηγό τραβά κατά το Λαύριο, βαρύ αργόσυρτο λες κι έχει σταματήσει μεσοπέλαγα, λες και περιμένει το ταχύπλοο που έρχεται πίσω του να το προσπεράσει.
Τόπο στα νιάτα, σκέπτεσαι , κάνουν και τα καράβια και νάτο νεότευκτο, ταχύπλοο το άλλο δεν το τρομάζει ο καιρός, πετάει πάνω στα κύματα και προσπερνάει αγέρωχο το γέρικο εμπορικό που πλέει σπρώχνοντας τα κύματα λες κι είναι σταματημένο μεσοπέλαγα.
Πέρασε η ώρα, πληρώνεις το λογαριασμό και μαζί με την απόδειξη δε ξεχνάς να πάρεις μαζί σου σαν πειστήριο μια φωτογραφία με τα χταπόδια απλωμένα στη χειμωνιάτικη λιακάδα.

Δευτέρα 24 Μαρτίου 2008

χωρίς ...λόγια

Κόλλησε πάλι η νύχτα, λες κι η γη σταμάτησε να γυρίζει
κι εγώ κοιτάζω τ΄ άστρα που φλερτάρουν με την πούλια
και σε σκέπτομαι κι ας μην σε ξέρω, ας μην σε γνώρισα ποτέ.
Ένα όνομα ανάμεσα σε εκατομμύρια ονόματα, το δικό σου,
σαν ένα αστέρι που λάμπει στο γαλαξία, τόσο μακριά.
Σου στέλνω τα φιλιά μου να σ΄ ανταμώσουν στο πρώτο φως της αυγής.
Λιώμα στο μεθύσι η μέρα ξεστράτισε, έχασε το δρόμο της
αργεί να ξημερώσει γύρισαν πίσω τα φιλιά κουρασμένα,
χωρίς να σ΄ ανταμώσουν.
Άυπνος σε σκέπτομαι κι ας μην σε ξέρω, ας μην σε γνώρισα ποτέ
κι ίσως ποτέ δεν σε γνωρίσω.
Έπεσες από το πουθενά στο δρόμο μου, σαν αστραπή στο χάος, ένα όνομα, χωρίς μορφή, χωρίς σχήμα, χωρίς ύλη.
Ένα όνομα, μια Άποψη, ένα κουίζ πρόκληση.
Κόλλησε πάλι η νύχτα απόψε
δραπέτης του ονείρου μου σε ψάχνω στα αστέρια που τρεμοσβήνουν στο άπειρο.
Μέσα στο απέραντο παζλ του ουρανού σε ξεχωρίζω από τη λάμψη σου,
δεν προφταίνω να χαρώ, δεν προφταίνω να δω τη μορφή σου.
Βιαστικά η μέρα σε τυλίγει στα πέπλα της και σε παίρνει μαζί της
να γυρίσετε τον κόσμο.
Μένω να κοιτάζω το γαλάζιο του ουρανού
που είναι το σπίτι σου και περιμένω.
Να νυχτώσει, να σε ψάξω πάλι
ανάμεσα στα εκατομμύρια αστέρια, ένα αστεράκι και συ.

Κυριακή 23 Μαρτίου 2008

«θα τρόμαζες αν ήξερες πόσο σε αγαπάω».

Αντιφάσεις ζωής μιας
γνωστής – άγνωστης φίλης



Βαρέθηκα. Κουράστηκα. Μπούχτισα.
Άφησα στην ατζέντα μου τρία τηλέφωνα. Μόνο αυτά αξίζουν.
Και μηδένισα το κοντέρ....
Βαρέθηκα να κάνω αυτό που πρέπει. Βαρέθηκα να ζω έτσι όπως πρέπει. Να μιλώ σε ανθρώπους γιατί πρέπει. Να τους αποκαλώ φίλους γιατί μιλήσαμε κανα δυο τρεις φορές.
Βαρέθηκα να χαμογελώ σε ρηχές βαρετές κουβέντες άσχετων ανθρώπων.
Κουράστηκα να δουλεύω μόνο εγώ για να κρατηθεί η σχέση. Κουράστηκα να σέβομαι μόνο εγώ.
Κρίμα.
Μας πήρε η μπάλα της καθημερινότητας. Μας πήρε και μας σήκωσε. Και μια τρύπα στο νερό κάνουμε τελικώς.
Καμιά φορά θέλω απλώς να φωνάξω "βοήθεια!!!"
Δουλεύω σαν το σκυλί.
Τα χω παίξει...
Κάποιο χέρι, βάζει στη ζωή μου, όλες τις αποχρώσεις του γκρι, σβήνοντας με τη γόμα τα υπόλοιπα χρώματα της ίριδας.
Τόσο πολύ, τόσο συχνά, που πια γίνεται συνήθεια.
…Ανοίγεις την αγκαλιά σου και με κλείνεις μέσα.
Τυλίγεις τα χέρια σου στα πλευρά μου και γω κουλουριάζομαι σαν έμβρυο για να χωρέσω.
Ολόκληρη.
Γέρνω το κεφάλι μου και το ακουμπώ στο στήθος σου.
Συντονίζομαι στο χτύπο της καρδιάς σου.
Κλείνω τα μάτια, βγάζω τον αέρα από τα πνευμόνια μου και σωπαίνω.
Βαστάω ακόμα και την ανάσα μου.
Είμαι γεμάτη.
"Σ' αγαπώ."
"Θα σ' αγαπώ."
…Χωρίς πρόσωπο.
Χωρίς φωνή.
Χωρίς ταυτότητα.
Άγνωστη ανάμεσα στο πλήθος.
Μια ψυχή ανάμεσα στις άλλες.
Ένας ψίθυρος ανάμεσα σε ψιθύρους.
Και σε κραυγές.
Δειλά.
Αργά.
Σαν μωρό που μαθαίνει να μπουσουλάει.
"Σ' αγαπώ."
…Στην πόρτα που κλείνει για να αναζητηθεί η απουσία.
Στις συγνώμες ξανά και ξανά.
Στα βουνά που μετακινώ στο όνομα του «μαζί».
Στην αδυναμία του χώρια.
Στις αγκαλιές της επιστροφής.
Στα χατίρια που σου κάνω.
Στις εκπλήξεις σου, που γέλαγα.
Στην έμπνευση στα μάτια σου.
Στην ανεξάντλητη αγάπη.
Στις αγωνίες.
Στις ζήλιες και στη σιγουριά.
Στις θάλασσες που μου έδειξες.
Στα βουνά που σε περπάτησα.
Στις λέξεις που μου έμαθες.
Στα τραγούδια μας.
Στην οργή σου.
Στις φωνές μου.
Στα γέλια μας.
Στα μεθύσια μας.
Στο ζεϊμπέκικο που σου χορεύω.
Στους ομηρικούς καυγάδες μας.
Στο χρώμα που έβαλες στο γκρίζο μου.
Στα «χωρίζουμε» που δεν εννοούσαμε.
Στα «για πάντα» που κρατάνε.
Στα δώδεκα χρόνια που μοιάζουν μια μέρα.
Στα επόμενα…
Σε σένα που χρειάστηκα τρία δευτερόλεπτα για να καταλάβω ότι θα γεράσω μαζί σου…

Σάββατο 22 Σεπτεμβρίου 2007

Φθινοπώριασε

To palio moy palto...

Δευτέρα 2 Ιουλίου 2007

Ωδή στα δάση που καίγονται

Το δάσος που λαχτάριζες
ώσπου να το περάσεις,
τώρα να το ξεχάσεις
διαβάτη αποσπερνέ.
Μια αυγινή, το κούρσεψαν
ανίδρωτοι λοτόμοι,
κι εκεί είναι τώρα δρόμοι
διαβάτη αποσπερνέ.
Το τρίσβαθο αναστέναγμα
που άγγιζε την καρδιά σου
κι έσπαε τα γόνατά σου
δε θα τ' ακούσεις πια.,
το πήρανε στα διάπλατα
περίτρομα φτερά τους
και το 'καμαν λαλιά τους
τα νύχτια τα πουλιά..
Και κάτι που βραχνόκραζε
με μια φωνή ανθρώπου,
στο ημέρωμα του τόπου
βουβάθηκε κι αυτό.
Το σιγαλό τραγούδισμα
που σ' έσερνε διαβάτη
σε μαγικό παλάτι
δίχως ελπίδα αυγής,
το πήρανε -για κοίταξε-
στερνή ανατριχίλα
τα πεθαμένα φύλλα
που απόμειναν στη γης.
Κι η άρπα με τον ήχο της
που σε γλυκομεθούσε
μα κρύφια σου χτυπούσε
θανάτου μουσική,
χάθηκε με την άγγιχτη
που την κρατούσε κόρη,
στα πέλαγα, στα όρη,
να μην ξανακουστεί.
Το δάσος που λαχτάριζες
ώσπου να το περάσεις,
τώρα να το ξεχάσεις
διαβάτη αποσπερνέ,
γεννήκαν νεκροκρέβατα
τ' άγρια δεντρά του τώρα
και θα τα βρεις στη χώρα
διαβάτη αποσπερνέ.

Μιλτιάδης Μαλακάσης

Περισσότερα για τις φωτιές εδώ