Ξέφτισε το όνειρο και τα ξέφτια του
βρόχος γίνανε να με πνίξουν.
Μετρώ τις μέρες,
τα χρόνια που έφυγαν στη σιωπή.
Γέρασα κι ακόμα μετρώ....


.

Τετάρτη, 30 Απριλίου 2008

σαν έτοιμος από καιρό…

Ήρθες σαν άνεμος σαν καταιγίδα
φουρτουνιασμένη θάλασσα έτοιμη να με καταπιεί
και να με σύρει στα βαθιά τα ανήλιαγα σκοτάδια
που κατοικούνε μέδουσες κοράλλια και ανεμώνες.
Από το βράχο αρπάχτηκα γερά να κρατηθώ
και κοίταξα στον ουρανό βοήθεια να ζητήσω
κι τότε είδα τα μάτια σου να με κοιτούν γλυκά
κι αφέθηκα να σε κοιτώ και να προσμένω.
Η αλκυόνα που αυγά κλωσούσε στη φωλιά της
με κοίταξε κι αυτή μ' ένα γλυκό χαμόγελο
να μ ΄ ενθαρρύνει λες το φόβο να νικήσω.
Η άβυσσος χάσκει ακόμη εκεί σαν στόμα της κολάσεως
έτοιμη να με καταπιεί, μα δεν φοβάμαι πια,
σαν έτοιμος από καιρό σαν κολασμένος,
να σου παραδοθώ είμαι έτοιμος κι ας πάω κι εγώ χαμένος
Τα λόγια σου βάλσαμο καρδιάς που απανεμιά ζητούσε
σφιχτά δεμένα σαν κομπολόι από κεχριμπαρένιες χάντρες
πολύτιμα ανεκτίμητα δώρα ψυχής βαθιά μέσα μου για πάντα φυλαγμένα.

Εγώ θα στο λέω πάντα

Δευτέρα, 28 Απριλίου 2008

Και του χρόνου καλύτερα

Κι αν φυσάει και αν βρέχει... ο λύκος έχει λύσεις και για τα έκτακτα καιρικά φαινόμενα!

Κυριακή, 27 Απριλίου 2008

Όποιος καταλάβει καλώς …κατάλαβε!

Χριστός Ανέστη!

Αχ ναι, πότε, σε ποιο κανάλι το είπαν;
Το έγραψαν και οι εφημερίδες!
Καλέ τι μου λες και εγώ πως δεν το πρόσεξα…
Δεν άκουσες τα βεγγαλικά που έσκαγαν στις εκκλησίες;
Όχι καλέ, τι μου λες τώρα, που γίνανε όλα αυτά; Πότε;
Τα μεσάνυχτα του Μεγάλου Σαββάτου στις 12 ακριβώς!
Αχ, γι αυτό δεν το πρόσεξα,
…μεσάνυχτα, η δύσκολη ώρα
γι αυτούς που είναι μόνοι, που περιμένουν κι αδημονούν
για το χτύπημα στην πόρτα, το κουδούνισμα του τηλεφώνου
το δικό τους Χριστός Ανέστη, να αστράψουν τα βεγγαλικά
στο σπίτι, να γελάσουν τα ματιά κι οι καρδιές.
Μεσάνυχτα… η δύσκολη ώρα,
η ώρα που ξαποσταίνει η κούραση της μέρας
κι η σκέψη δραπετεύει κι ασυμμάζευτη πετάει δώθε κείθε
και αιωρείται στο κενό του παραλογισμού σου,
μεσάνυχτα η ώρα των τρελών.
Έκλεισες τα παράθυρα τράβηξες και τις κουρτίνες,
το φως σβηστό και το τηλέφωνο κατεβασμένο,
πώς να σε βρω αγαπημένη το μήνυμα το μεγάλο να σου πω,
πως ο Χριστός Ανέστη.
Τι κάθεσαι και καρτεράς μόνη μες το σκοτάδι
σαν αγριοπερίστερο κλεισμένο σε κλουβί,
στρώσε τα κόκκινα χαλιά, άναψε τις λαμπάδες
Χριστός Ανέστη πες στη ζωή, να Αναστηθείς κι ΕΣΥ!

Πέμπτη, 24 Απριλίου 2008

ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ


Τι σου 'κανα και πίνεις

Τι σου 'κανα και πίνεις, τσιγάρο στο τσιγάρο
κι είν' τα πικρά σου μάτια στο πάτωμα καρφιά

Πες μου για δε μ' αφήνεις με δυο φιλιά να πάρω
απ' τα θολά σου μάτια τη μαύρη συννεφιά
Πες μου για δε μ' αφήνεις με δυο φιλιά να πάρω
απ' τα θολά σου μάτια τη μαύρη συννεφιά

Οι πόνοι που σε σφάζουν, πόνοι διπλοί για μένα
σταλάζουν στην καρδιά μου τα δάκρυα που κλαις

Να 'ξερες πως σπαράζουν τα μέσα μου για σένα
που στέκεσαι μακρυά μου και λόγο δε μου λες
Να 'ξερες πως σπαράζουν τα μέσα μου για σένα
που στέκεσαι μακρυά μου και λόγο δε μου λες

Αμίλητό μου στόμα, φεγγάρι μου σβησμένο
ανάθεμα την ώρα και τη βαριά στιγμή
Όλα για σε τα δίνω, τα δίνω και πεθαίνω
για να μη σε αγγίξουν ξανά οι στεναγμοί

Συνθέτης: Μίμης Πλέσσας
Στιχουργός: Λευτέρης Παπαδόπουλος
τραγούδι: Πόλυ Πάνου

Τετάρτη, 23 Απριλίου 2008

Σε ψάχνω...

στα σκοτάδια του μυαλού μου, στον αέρα της νύχτας, στις μυρωδιές των λουλουδιών
Σε ψάχνω,
στις μουσικές και τα τραγούδια που ακούγαμε χτες χωρίς να μιλάμε
σ΄ αυτά που σε πληγώνουν, σε αυτά που σε κάνουν να γελάς
στην καινούρια μέρα που ξημερώνει

Σε ψάχνω,
στους χτύπους της καρδιάς μου και του κορμιού την ταραχή
στα μάτια του κόσμου, στα χαμόγελα των παιδιών τις αγκαλιές των νέων
Στις γειτονιές του κόσμου, τις πολιτείες, τα βουνά και τις θάλασσες,
Σε ψάχνω…

Σε ψάχνω,
στις χιλιάδες αγκαλιές που ανοίγουν με το Χριστός Ανέστη του παπά,
κι απλώνω τα χέρια να σ΄ αγκαλιάσω…
Τα φιλιά της αγάπης μου στέλνω με τον άνεμο και τα μύρα του Απρίλη
να σου φέρουν το Αναστάσιμο μήνυμα της ελπίδας και της ζωής

σε ψάχνω,
Παντού Όπως Πάντα Ηλιαχτίδα… να διώξεις τα σκοτάδια

Τρίτη, 22 Απριλίου 2008

Με το φακό του ...χρόνου









παίζοντας με φως...












...χρώματα
















....παλιές φωτογραφίες















και ...αναμνήσεις

Σάββατο, 19 Απριλίου 2008

Πέμπτη, 17 Απριλίου 2008

Απορίες

Απέραντο γαλάζιο




Δοκιμαστικό με την πολύτιμη συμβολή του Ανδρέα
τον οποίο κι ευχαριστώ για τις οδηγίες.

Τρίτη, 15 Απριλίου 2008

Σαν όνειρο

Κοράκι μαύρο, πήχτρα σκοτάδι η μοναξιά βαραίνει το μυαλό,
πέτρωσε, σαν άβραστο φασόλι στο στομάχι,
σαν το χαλάζι που τον τρυφερό βλαστό τσακίζει.

Μ΄ αγωνία προσμένω το κουδούνισμα,
τα μάτια κολλημένα στην οθόνη
πάνω από το πληκτρολόγιο
που ενώνει τους δυο μας στο χάος.

Ακούω τα βήματα στη σκάλα που ανεβαίνεις,
τρομάζω την ώρα της αντάμωσης που θα με δεις,
βιαστικά τρυπώνω στο σκοτάδι να προλάβω,
το καλό μου χαμόγελο να φορέσω να βάλω τα γιορτινά
τ΄ ατσαλάκωτα ρούχα, να σ΄ αρέσω.

Έλα κάτσε κοντά αγαπημένη,
της διπλανής σελίδας ταξιδεύτρια,
καλώς όρισες
έχουμε πολλά να πούμε κι απόψε
να σπρώξουμε το χρόνο, να με ξεγελάσεις
να σε ξεγελάσω να γελαστούμε κι οι δυο.

Κι όταν περάσει η ώρα με δυο φιλά θα μου πεις καληνύχτα,
καληνύχτα θα πω σαν αντίλαλος κι ένα τρεμούλιασμα φόβου
μήπως χαθείς για πάντα.
Αναμασώ τα λόγια που είπες, που σου είπα, που είπαμε
ξανά και ξανά και ξανά ώσπου ο ύπνος να τσακίσει τη σιωπή
που σαν παγωμένος βοριάς έχει απλωθεί στο δωμάτιο
να με λυτρώσει από την απουσία σου.


Κυριακή, 13 Απριλίου 2008

Σάββατο, 12 Απριλίου 2008

www & blogspot γωνία

Σε περιμένω…
Σαν δυο σταγόνες νερό τα διψασμένα χείλη
Σαν το σπόρο που προσμένει τη βροχή να βλαστήσει
Σαν το μωρό που αποζητά το βυζί της μάνας
Τον άντρα που ποθεί το κορμί της αγαπημένης
Σαν τη χειμωνιάτικη λιακάδα το μουσκεμένο χώμα





Της …«αγάπης» αίματα για το Μέγα Πάσχα



Η οσμή του αίματος σου τρυπάει τα ρουθούνια, ανακατεύεται με τα αλατοπίπερα, το μάραθο και το λαδολέμονο που συνθέτουν ένα μοναδικό άρωμα ευφορίας.
Το γδαρμένο αρνί κρεμασμένο στο τσιγκέλι στραγγίζει τις τελευταίες σταγόνες αίμα που του ΄χουν απομείνει έτσι που στεγνό και καθαρό να στολίσει σε λίγο την πασχαλινή σούβλα.
Δίπλα η συκωταριά και τα καθαρισμένα έντερα περιμένουν υπομονετικά τον «καλλιτέχνη» να συνθέσει τον άρχοντα του πασχαλινού τραπεζιού, το κοκορέτσι.
Μπαίνεις στο μπάνιο κι αφήνεις το νερό να τρέξει με δύναμη στο κορμί σου, να διώξει την κούραση της μέρας.
Το νερό κοκκινίζει από το αίμα που πετάχτηκε στα χέρια, το πρόσωπο, κι ολόκληρο το κορμί σου τη στιγμή που το κοφτερό λεπίδι του χασάπη τρυπούσε την καρδιά του άκακου αρνιού που διάλεξες και ξέκοψες από το κοπάδι του για τον πασχαλινό σου οβελία.
Φρεσκοπλυμένος και καθαρός φοράς τα γιορτινά σου.
Σε λίγο θα χτυπήσουν οι καμπάνες στις εκκλησιές για το «δεύτε λάβετε φως» για το «Χριστός Ανέστη» και πρέπει να είσαι εκεί ως καλός χριστιανός να πάρεις και να δώσεις το μήνυμα της αγάπης.
Περιμένοντας να ανάψει το πράσινο φως για την «επίθεση» στη μαγειρίτσα κοιτάζεις γύρω σου να δεις αν ήρθαν όλοι, το ίδιο άλλωστε κάνουν και οι άλλοι, ο παπάς μόνος του τα λέει και μόνος του τα ακούει.
Μόνο το «Χριστός Ανέστη» τους ενδιαφέρει κι αυτό θα το ακούσουν, ακόμα κι αν ο παπάς δεν έχει αποσώσει την ανάγνωση του ευαγγελίου, από τα βαρελότα που θα σκάνε δίπλα τους σαν οβίδες μόλις οι δείκτες του ρολογιού δείξουν μεσάνυχτα.
Με τα καλά τους και το καλό τους χαμόγελο κρεμασμένο στα χείλη είναι όλοι τους εκεί έτοιμοι να γιορτάσουν τη μεγαλύτερη γιορτή της Χριστιανοσύνης, την Ανάσταση, τη γιορτή της Αγάπης που λες θα εξαλείψει την κακότητα και το φθόνο που κρύβουν μέσα τους.
Το άρωμα από τις πασχαλιές του διπλανού κήπου μπερδεύεται με το κοκτέιλ των αρωμάτων από τα σαμπουάν και τις κολόνιες που βάζουν οι καλοί χριστιανοί για να σκεπάσουν τη μπόχα που αποπνέει η μιζέρια και η ματαιοδοξία τους.

Παρασκευή, 4 Απριλίου 2008

blogοπαίγνιδο

Μια πολύ καλή φίλη, η Άποψη, με προσκάλεσε να συμμετάσχω σ΄ αυτό το
ανόητο blogοπαίγνιδο και εγώ έκανα πέτρα την καρδιά κι ευχαρίστως απαντώ στο ερωτηματολόγιο της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθήνας , (μοιρασμένο, πριν 2 χρόνια στην έκθεση "Φαντασία της πραγματικότητας").

-Γιατί κλαις;
Κι όμως κυρία μου κι άντρες κλαίνε
- Γιατί δεν κλαις;
Για να μην προδοθώ!
- Πού είναι ο βάλτος;
Από πάνω μου.
- Ποιος και πού είναι ο δεσμοφύλακας;
Απέναντι στον …καθρέφτη μου.
- Πού συναντάς μια εντελώς δική σου άβυσσο;
Στην ψυχή μου.
- Περιφρονείς κάτι;
τα μπλογκοπαίχνιδα
- Θα ερωτευόσουν για πάντα;
Το για πάντα είναι σχετικό.
- Γιατί πουλιούνται τα «έργα τέχνης»;
Γιατί υπάρχουν αυτοί που τα αγοράζουν.
- Μήπως να αφαιρεθούν τα εισαγωγικά από την προηγούμενη ερώτηση;
Και που θα βρούμε τόσους συλλέκτες;
- Do you remember revolution?
Ασφαλώς, Την προετοίμαζα χρόνια!
- Θα ανέβαινες ένα βουνό αν το επέβαλε το ωροσκόπιό σου;
Με τίποτα.
-Θα σκότωνες τον παππού σου, αν το τζάμι δεν έσπαγε απ' τον πάγο;
Αφήστε τους παππούδες να ζήσουν, παλιόπαιδα!
- Θα μπορούσες να κλείσεις τα μάτια σου, αν η ζωή σου έστηνε καρτέρι;
Όχι, είναι τόσο όμορφη που θα καθόμουν να την κοιτάω με τις ώρες.
- Θα κυλούσε η πέτρα του θανάτου το πρωί, αν δεν κινδυνεύατε να τιμωρηθείτε απ΄το νόμο;
Όταν πρέπει και πρωί και βράδυ κι απόγευμα.
- Θα εξετάζατε το ενδεχόμενο να διανύσετε μετά τα μεσάνυχτα απ΄την αρχή μέχρι το τέλος την οδό Αχαρνών, αν γνωρίζατε ότι ποτέ δεν πρόκειται να σας συλλάβουν;
Να με ληστέψουν όμως;
-Θα σκότωνες τον Μπους αν σου χάριζαν δέκα λαχταριστά εκλέρ;
Κρατήστε τα εκλέρ σας δεν είμαι ιδιοτελής.
-Θα μου έδειχνες τα σαπισμένα σου δόντια αν έβλεπες μέσα τους τ΄αστέρια;
Δώσαμε, δώσαμε.
- Θα έπεφτες στο πηγάδι αν ήσουν θλιμμένος;
Που να βρω πηγάδι μέσα στο βάλτο.

Και ενώ πρέπει δεν θα καλέσω τους επόμενους να συνεχίσουν.