Ξέφτισε το όνειρο και τα ξέφτια του
βρόχος γίνανε να με πνίξουν.
Μετρώ τις μέρες,
τα χρόνια που έφυγαν στη σιωπή.
Γέρασα κι ακόμα μετρώ....


.

Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2008

Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2008

χωρίς μέλλον






Όταν σκοτώνεται ένα παιδί δεν υπάρχουν αθώοι…
Υπάρχουν μόνο ένοχοι…
Αθώα είναι μόνο τα παιδιά, όλα τα παιδιά
λευκά, μαύρα, κίτρινα
χορτάτα και πεινασμένα…
Ένοχοι είμαστε όλοι…
Ένοχη είναι πρώτα η μάνα που γεννά
που φέρνει παιδιά να ζήσουν σ΄ αυτό τον κόσμο
τον αφιλόξενο κόσμο των μεγάλων
των αδιάφορων, των κουρασμένων
των βολεμένων
που γυρίζουν την πλάτη τους στο μέλλον.
Κανένα αγριοπούλι δεν γεννήθηκε σε κλουβί…
Στο κλουβί υπάρχει τροφή και νερό
αλλά δεν υπάρχει μέλλον
και οι φτερωτές μανούλες αρνούνται να γεννήσουν
αγριοπούλια χωρίς μέλλον…
Ο άνθρωπος μόνο,
αυτό το λάθος της φύσης
συνεχίζει να γεννά παιδιά χωρίς μέλλον…
Τα παιδιά είναι το μέλλον
κι αυτό το μέλλον
οι μεγάλοι, οι ένοχοι, οι συνένοχοι
χρωματίζουμε κάθε μέρα με χρώματα σκούρα,
μαύρα χρώματα…
Αυτό το μέλλον που καθημερινά
κλέβουμε το …μέλλον του…
Καίμε τα δάση,
σκοτώνουμε τα ζώα,
δημιουργούμε συνθήκες ασφυξίας
χωρίς οξυγόνο…
Χωρίς οξυγόνο το μυαλό δεν αναπνέει
το σώμα γεμίζει φλύκταινες
έτοιμες να σπάσουν, να βρωμίσουν
να αποδιώξουν το μέλλον τρομαγμένο…
Χωρίς οξυγόνο ο άνθρωπος δεν έχει μέλλον
το αύριο γίνεται αβέβαιο
το σήμερα γίνεται αυτοσκοπός
ο κόσμος γίνεται ζούγκλα…
Μόνο θηρία και τέρατα επιβιώνουν…
στη ζούγκλα μας…
Αυτά τα τέρατα δολοφονούν…
Δολοφονούν κάθε μέρα παιδιά,
για να τους κλέψουν το μέλλον,
για να ζήσουν το δικό τους σήμερα
το σήμερα των ενόχων
το δικό μας σήμερα.

.

για το ένα χαμόγελο που μας λείπει

video

Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2008

Σάββατο, 22 Νοεμβρίου 2008

Ρίτα Σακελαρίου η ανεπανάληπτη… φωνάρα

Σήμερα θα έκλεινε τα 74 αλλά….

Για όσους δεν την ξεχάσαμε αφιερώνω...

Το αγαπημένο ζεϊμπέκικο του Αντρέα Παπανδρέου



Το δικό μου αγαπημένο



Και την "αμαρτία" που την καθιέρωσε στα πρώτα ονόματα

Πέμπτη, 13 Νοεμβρίου 2008

κρίση δύσπνοιας

Η ανάσα κόβεται
το στήθος βαρύ, ασήκωτο
ένας πόνος
ένα σφίξιμο στην καρδιά
τα πρώτα συμπτώματα ασφυξίας
ο αέρας δεν φτάνει στα πνευμόνια
το οξυγόνο είδος εν ανεπαρκεία
κάθε βήμα ατέλειωτος Γολγοθάς.

Τα πόδια κόβονται,
προσπαθεί
να αναπνεύσει,
να προχωρήσει,
θέλει να φτάσει,
να κουρνιάσει
να μείνει μόνος με το πρόβλημά του
να αναμετρηθούν χωρίς μάρτυρες.

Μετέωρο το πόδι, στέκει άβουλο,
στο τελευταίο βήμα
το έδαφος να χάνεται
κάτω από τα πόδια του
βουλιάζει στο κενό
στροβιλίζεται με δύναμη σαν το νερό
που πέφτει σε καταβόθρα
πριν χαθεί στο χάος.

Απλώνει το χέρι
να πιαστεί από κάπου
έστω για λίγο ακόμα
να σταθεί όρθιος, να μη χαθεί στο χάος.

Ο φανοστάτης τον λούζει
με ένα κίτρινο αρρωστημένο φως
που μαζεύει τον κόσμο γύρω του,
όπως το ψοφίμι μαζεύει τις μύγες.

Τους ακούει να συζητούν δεν τους βλέπει,
δεν ξεχωρίζει τι λένε, μπορεί και να μην μιλούν
ίσως είναι ο άνεμος που τον ρωτά αν θέλει κάτι;

Όχι, όχι δεν υπάρχει ενδιαφέρον στη φωνή που ρωτάει
δεν είναι ο άνεμος αυτός που ρωτάει
από περιέργεια ρωτάει κάποιος
για να ξέρει τι να πει αν τύχει και έρθουν τα κανάλια
για να μπορεί να λέει μετά ότι ήταν επί τόπου.

Η κρίση σιγά σιγά υποχωρεί
κάνει τα λίγα βήματα που τον χωρίζουν από το κρεβάτι
περιμένει τον ύπνο να τον λυτρώσει
ίσως και να μην ξυπνήσει το πρωί
δεν έχει σημασία
αρκεί τώρα να κοιμηθεί.

Το αύριο μπορεί να περιμένει
το αύριο μπορεί να μην έρθει ποτέ
μα ποιος νοιάζεται τώρα για το αύριο…

.

Τρίτη, 11 Νοεμβρίου 2008

ενθύμια από σύντομη επίσκεψη στη Λέσβο

η πόλη της Μυτιλήνης








πίνακας ζωγραφικής













αναγνωστήριο Αγιάσσου, φυτώριο νέων καλλιτεχνών










άνθος.....


















παλιό λιοτρίβι












αποστακτήριο ούζου















σταγόνα σταγόνα, γουλιά τη γουλιά










όμορφη και τη νύχτα

.

Δευτέρα, 13 Οκτωβρίου 2008

Η αντίστροφη μέτρηση… άρχισε

Να την και φάνηκε στο ξάγναντο
η κορυφή που τόσο ονειρεύτηκες.
Φαντάζει πανέμορφη στα μάτια,
στ΄ αυτιά σου οι νικητήριες ιαχές.
Δεν είναι το πλήθος στην αρένα ,
που σε ενθαρρύνει να φτάσεις,
είναι η ψυχή σου που γιορτάζει.
Πλησιάζεις να αγγίξεις το όνειρο
με ίδιο δέος κι αμηχανία όπως τότε.
Τότε που γύμνωσες την ψυχή σου
κι άφησες τη ματιά της, πρώτη φορά
να σεργιανήσει το γυμνό σου σώμα.
Πλησιάζεις στο τέλος του δρόμου.
Αποκαμωμένος, με τρεμάμενα πόδια
παραπατάς, όπως ο μεθυσμένος.
Πόσα χρόνια σου πήρε το ταξίδι,
πόσα χιλιόμετρα για να φτάσεις εδώ;
Δρόμος ατελείωτος, ανηφορικός,
κουραστικός, ανυπόφορα βασανιστικός,
με επικίνδυνες παγίδες στις κατηφοριές
κι ελάχιστα τα ισιώματα να ανασάνεις.
Λίγα μέτρα σε χωρίζουν από την κορυφή…
Κιοτεύεις…
Τώρα που έφτασες ως εδώ κιοτεύεις
και δεν θέλεις το έπαθλο του νικητή.
Αναπολείς…
Τα δύσβατα μονοπάτια, τις ανηφόρες
τις παγίδες που κρύβουν οι κατηφοριές
έχεις ξεχάσει τα λιγοστά ισιώματα ανάσας.
Μάταιος κόπος…
Το ποτάμι δεν γυρίζει στις πηγές του
και η πορεία σου προδιαγεγραμμένη.
Μόνο μπροστά μπορείς να πας και να φθάσεις.
Να φθάσεις στο τέρμα του δρόμου για να μάθεις
αν άξιζε τον κόπο το ταξίδι της ζωής.

.

Παρασκευή, 10 Οκτωβρίου 2008

ΡΕΒΙΘΑΔΑ ΣΤΗ ΓΑΣΤΡΑ


Έβαλα πριν λίγο στο φούρνο τη γάστρα και αν και το φαγητό θα είναι έτοιμο μετά από 8 ώρες έχουν αρχίσει να μου τρέχουνε τα σάλια από τώρα…
Σκέφτηκα λοιπόν να το παίξω «Μαμαλάκης» και να μοιραστώ μαζί σας τη συνταγή μου για τη ρεβιθάδα στον ηλεκτρικό φούρνο που στα κυκλαδονήσια αποτελεί κάτι σαν «εθνικό» φαγητό μόνο που εκεί δεν το φτιάχνουν στο φούρνο του σπιτιού αλλά σε φούρνο με ξύλα όπου ψήνεται για 12 ώρες.
Στην Πάρο συνηθίζεται πολύ τις Κυριακές της Σαρακοστής όπου όλοι οι φούρνοι γεμίζουν αποβραδίς με τους "σκούνταβλους" ή τις "σκεπασταριές" όπως λένε στην τοπική διάλεκτο το πήλινο τσουκάλι με σκέπαστρο που χρησιμοποιούν για το ψήσιμο της ρεβιθάδας.

Υλικά:
- 1 πακέτο ρεβίθια,
- ½ ποτήρι λάδι
- 1 κρεμμύδι ξερό
- Αλάτι, πιπέρι
- λεμόνι
Zύμη για το καπάκι:
- αλεύρι χοντρό, νερό

Εκτέλεση:
Βάζουμε τα ρεβίθια σε μιά λεκάνη με νερό να φουσκώσουν για 12 ώρες, συνήθως τα βάζουμε να φουσκώσουν αποβραδίς.
Πριν τα μαγειρέψουμε τα ξεπλένουμε, τα ρίχνουμε στη γάστρα (εγώ χρησιμοποιώ πήλινη), ψιλοκόβουμε το κρεμμύδι, προσθέτουμε το αλάτι, το πιπέρι και το λάδι και νερό μέχρι να σκεπαστούν τα ρεβίθια.
Ανακατεύουμε το φαγητό και σκεπάζουμε τη γάστρα με το καπάκι της που το κλείνουμε γύρω-γύρω με ζύμη.
Τη ζύμη θα την φτιάξουμε με αλεύρι και νερό και πρέπει να είναι σφιχτή και να τη βάλουμε έτσι που να μην εξατμίζεται το νερό κατά τη διάρκεια του ψησίματος.
Βάζουμε τη γάστρα σε προθερμασμένο φούρνο στους 130ο βαθμούς και αφήνουμε το φαγητό να σιγοβράσει για 8-8.30 ώρες.
Όταν γίνει το φαγητό ανοίγουμε το καπάκι (είναι λίγο ζόρι) ρίχνουμε (αν μας αρέσει) το χυμό ενός λεμονιού και σερβίρουμε.
Η ρεβιθάδα είναι εξίσου νόστιμη ζεστή και κρύα (γούστα είναι αυτά) και πάει πολύ με ένα ποτήρι κόκκινο κρασί.

ΚΑΛΗ ΟΡΕΞΗ

.

Κυριακή, 28 Σεπτεμβρίου 2008

Όπως στα όνειρα

ακούμπησες την καρδιά σου στα χέρια μου
ξεκλείδωτη σαν ανοιχτό βιβλίο, πολύτιμο δώρο
και με άφησες με τις ώρες να διαβάζω
όσα κρατούσες απ΄ όλους μυστικά τόσα χρόνια,
μυστικά που θέλησες να μοιραστείς μαζί μου.
έγινα ο καθρέφτης σου στις δύσκολες στιγμές
κουβεντιάσαμε ώρες ατέλειωτες,
ξενυχτίσαμε τραγουδώντας την αγάπη,
τον πόνο, τη μοναξιά, τα αδιέξοδα της ζωής.
αγαπηθήκαμε με μια αγάπη ανυπόκριτη
όπως αγαπάει ο επαναστάτης
χωρίς ανταλλάγματα
όπως αγαπιούνται οι πραγματικοί φίλοι
όπως το καλό κρασί αγαπάει το δρύινο βαρέλι.
χαθήκαμε ξαφνικά, απρόσμενα, αδικαιολόγητα
έτσι όπως ξαφνικά κι απρόσμενα είχαμε συναντηθεί.
μένουν οι αναμνήσεις να με συντροφεύουν
τις ατέλειωτες ώρες που καρτερώ να ανάψει το φως
στο παράθυρο του σπιτιού σου
που στέκει απέναντι σιωπηλό
και μυστηριακό να σε θυμίζει αγαπημένη.
έγινες πια ολότελα δική μου όπως τα όνειρα μας,
σου μιλώ ώρες ατέλειωτες
για όσα δεν προλάβαμε να πούμε μαζί
και συ με ακούς με προσοχή
και με κοιτάς τρυφερά μ΄ αυτά τα υπέροχα μάτια
που δεν γνώρισα ποτέ και μου ψιθυρίζεις γλυκόλογα
μ΄ αυτά τα υπέροχα χείλη που δεν άγγιξαν τα δικά μου


.

Σάββατο, 27 Σεπτεμβρίου 2008

Η απόδραση είναι ...δικαίωμα


Η ελευθερία δεν χαρίζεται ...κερδίζεται!

.

Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου 2008

“Λόλα να ένα μήλο”

Πρώτο κουδούνι σήμερα και τα πρωτάκια σαστισμένα κι αγουροξυπνημένα θα αφήσουν το χέρι της μάνας για να πιάσουν το χέρι της δασκάλας.
Της δασκάλας που μαζί της θα ξεκινήσουν το ταξίδι στο μαγικό κόσμο της γνώσης.
Θα τα συνοδεύει η ευχή μας να είναι το ταξίδι τους ανέφελο και παραγωγικό και φορτωμένα γνώσεις και εμπειρίες να βρουν, ώριμοι άνθρωποι πια, την Ιθάκη τους.
Ξεχωριστή η ευχή μου για το δικό μου το πρωτάκι τον αγαπημένο μου εγγονό που σε λίγο θα περάσει την αυλόπορτα του Δημοτικού σχολείου της γειτονιάς μας.

Δευτέρα, 25 Αυγούστου 2008

επιμηθέας...

ναρκωτικά, στατιστικά στοιχεία ο θάνατος,
ρουτίνα η εξαθλίωση, κοινότυπα όλα, συνηθίσαμε
ούτε στα ψιλά των εφημερίδων δεν βρίσκεις πια
αυτούς που φύγανε το περασμένο βράδυ
με μια σύριγγα καρφωμένη στο μπράτσο
με το πρόσωπο συσπασμένο από την αγωνία
μην και δεν προλάβουν να μας φτύσουν στα μούτρα
εμάς τους καθωσπρέπει, τους αξιοπρεπείς πολίτες
μιας κοινωνίας που τους άφησε στο περιθώριο
στο έλεος και βορά των εμπόρων του θανάτου…
αδιάφοροι μέχρι το κακό να σου χτυπήσει την πόρτα,
την πόρτα που νομίζεις ότι έχεις καλά ασφαλίσει
σαν βόμβα σκάει η είδηση, σαν κεραμίδα στο κεφάλι,
δέχεσαι το νέο, νέο μακάβριο, αναπάντεχο, απρόσμενο
κι ας ήξερες από καιρό, κι ας είχες δει όλα τα σημάδια
που αφήνει το ναρκωτικό στο πέρασμά του
δεν ήθελες να το πιστέψεις ότι συμβαίνει, σε σένα,
εκεί κοντά σου, τόσο δίπλα σου, μέσα στο σπίτι σου
κράτησες μυστικές τις υποψίες σου, αδιαφόρησες
και έβλεπες το κακό να πλησιάζει σιωπώντας,
δεν φώναξες όταν έπρεπε, δεν ούρλιαξες τότε,
τώρα που βγήκανε όλα με φούρια στο φως
και σκοτείνιασαν τον ήλιο δεν έχει νόημα να μιλήσεις
αμήχανος κοιτάς γύρω σου τα γκρεμισμένα όνειρα
που μπορούσες και δεν έκανες τίποτα να προλάβεις
ασυγχώρητος Επιμηθέας για ακόμα μια φορά…

Κυριακή, 10 Αυγούστου 2008

«αθάνατες» μπίζνες…

Αστράφτει, οι ουρανοί είναι έτοιμοι
η μπόρα όπου να ναι θα ξεσπάσει
σε λάθος τόπο, λάθος ώρα βρέχει
αστραπές σκίζουν τον ουρανό
σαν τις αμερικάνικες οβίδες
που ξεσκίζουν ανθρώπινα κορμιά
σε λάθος τόπο, λάθος ώρα βρέχει
καυτό μολύβι και φωτιά θανάτου
στη μακρινή Νότια Οσσετία
καταμεσής του Αυγούστου διάλεξαν
να χτυπήσουν οι εντολοδόχοι
την ώρα που στο Πεκίνο γιόρταζαν
το πανανθρώπινο ιδανικό της ειρήνης
στο ξεκίνημα των Ολυμπιακών αγώνων
τη μέρα που αρχίζει η εκεχειρία*
που σεβάστηκαν οι λαοί στους αιώνες
απροκάλυπτα την παραβίασαν φέτος
οι υποτακτικοί του παγκόσμιου δυνάστη
πλημύρισαν με αίμα, πόνο και δάκρυ
με χιλιάδες κομματιασμένα κορμιά
τους δρόμους της Νότιας Οσσετίας
στο Πεκίνο η εμποροπανήγυρις συνεχίζεται
σαν τίποτα να μην συνέβη στον πλανήτη
κι ας τρέχει το αίμα των αμάχων
ταχύτερα από ντοπαρισμένο σπρίντερ
σαν καλοί μπίζνεσμεν οι «αθάνατοι»
μετρούν τις εισπράξεις υπολογίζουν τα κέρδη
αποφασίζουν για τους μισθούς τους
μέχρι το επόμενο πανηγύρι στο Λονδίνο
δεν τους αγγίζει το αίμα που χύνεται
η μοίρα των λαών, δεν είναι πρόβλημά τους
αυτοί είναι «αθάνατοι» δεν ήταν ποτέ
δεν είναι τώρα και δεν θα γίνουν ποτέ λαός.


* Στην αρχαία εποχή: Από την έβδομη μέρα πριν από την έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων μέχρι την έβδομη μέρα μετά το πέρας τους, οι πόλεμοι σταματούσαν έτσι ώστε οι αθλητές, απαλλαγμένοι από στρατιωτικές υποχρεώσεις, να μπορούν να ταξιδέψουν για να συμμετάσχουν στους Αγώνες.
.

Παρασκευή, 8 Αυγούστου 2008

Κι οι τσικουδιές, τώρα, είναι μπόμπες και δεν το αντέχω να χάνω φίλους…

«Κάντε κάτι με τα Μάλια».
Κραυγή αγωνίας από τον εισαγγελέα Ηρακλείου, Νίκο Μαρκάκη, προς την Αστυνομία, την Πυροσβεστική και την Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων (πρώην ΣΔΟΕ), να κάνουν κάτι γιατί η κατάσταση είναι εκτός ελέγχου…
…φέτος, έχει παρατηρηθεί για πρώτη φορά και αύξηση των κρουσμάτων κυκλοφορίας πλαστών χαρτονομισμάτων των 50 και 100 ευρώ. Οι Βρετανοί που συνελήφθησαν με ποσά από 1.000 έως 2.500 ευρώ σε πλαστά χαρτονομίσματα, είπαν πως τα προμηθεύτηκαν σε χαμηλή τιμή μέσω Ιντερνέτ στην πατρίδα τους….
…Συνελήφθησαν, όμως, και δύο Έλληνες, τη στιγμή που παρελάμβαναν από ταχυδρομική εταιρεία ένα δέμα με πλαστά χαρτονομίσματα συνολικού ποσού 10.000 ευρώ, που είχαν σταλεί από τη Βουλγαρία.
….Μέσα στον γενικό «χαμό», κυκλοφορούν επίσης κλεφτρόνια, ανήλικοι ζητιάνοι και κλέφτες που ακολουθούν τις οδηγίες των γονιών τους, αλλά και μανάδες με μωρά στην αγκαλιά που ζητούν ελεημοσύνη στις 4 τα ξημερώματα….
Η είδηση από τη χθεσινή Ελευθεροτυπία…
…και η θάλασσα μολυσμένη, που να αντέξει τόσες αποχετεύσεις… και να μην μπορείς ούτε να δροσιστείς αν σε βγάλει ο δρόμος σου κατά κει.

Τα δικά μου Μάλια, αυτά που έχω κρατήσει στη μνήμη μου και την καρδιά μου από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, σίγουρα δεν μπορεί να είναι αυτά τα Μάλια για τα οποία ακούμε και διαβάζουμε σήμερα…
Από τον Πειραιά είχα ξεκινήσει το ταξίδι με τις χειρότερες συνθήκες για διακοπές, 39 πυρετό και ένα φρικτό πονόδοντο.
Ήταν η πρώτη μας φορά που κατεβαίναμε στο νησί, χωρίς συστάσεις, χωρίς υποδείξεις για το που θα πάμε που θα κατασκηνώσουμε. Οικογενειακώς και μαζί ένα ζευγάρι φίλων που έκαναν το μήνα του μέλιτος με …σκηνή.
Αφού περιπλανηθήκαμε μια ολόκληρη μέρα φθάσαμε να κατασκηνώσουμε το βράδυ στην άκρη ενός αμπελιού δίπλα σε κάτι καλαμιές χωρίς να ξέρουμε που βρισκόμαστε.
Οι διακοπές μου, που είχαν ξεκινήσει με κακούς οιωνούς, μου είχαν γίνει τώρα εφιάλτης καθώς παρά την ταλαιπωρία του ταξιδιού και της ημερήσιας περιπλάνησης στην πόλη του Ηρακλείου και την Κνωσσό, πυρετός και πονόδοντος δεν με άφηναν ούτε να κοιμηθώ, να χαλαρώσω έστω για λίγο.
Το πρωί άνοιξα τα πρησμένα από την αϋπνία μάτια μου, βγήκα από τη σκηνή και αναζήτησα τους υπόλοιπους που είχαν από ώρα φύγει.
Τους είδα να παίρνουν «πρωινό» (καφέ οι μεγάλοι, γάλα τα παιδιά) σε ένα αυτοσχέδιο καφέ που είχε στήσει μια Κρητικιά σε ένα τσαντίρι στην μέση του αμπελιού.
Χαμογέλασα, ήταν η πρώτη φορά από τότε που ξεκινήσαμε και πήγα να τους συναντήσω…
Θα πιεις καφέ με ρώτησε η γυναίκα μου…
Τι καφέ να πιω όμως έτσι που ήμουνα και με τον πονόδοντο να με τρελαίνει…
Μήπως έχεις μια τσικουδιά ρώτησα την κυρία του «μαγαζιού»…
Αμέσως απάντησε κι έκανε να μπει στο τσαντίρι…
Πριν μπει εκείνη ακούστηκε η φωνή του άντρα της που μόλις είχε πέσει για ύπνο και πετάχτηκε απ΄ το τσαντίρι: Ποιος ζήτησε τσικουδιά…
Εγώ , είπα προσπαθώντας να καταλάβω τι λάθος είχα κάνει…
Ήρθε κοντά, είπε καλημέρα, στρογγυλοκάθισε και έδωσε την παραγγελιά: Πιάσε την μπουκάλα, τη δικιά μου ε, τράβα κι απ΄ το πηγάδι κάτι ροδάκινα που έβαλα να παγώσουν…
Αυτό ήταν ήπιαμε την πρώτη στην υγειά μας, ήπιαμε τη δεύτερη για τη γνωριμία μας, την τρίτη για καλές διακοπές την τέταρτη….
Σε καμιά ώρα η μπουκάλα είχε πιάσει πάτο, ο πυρετός είχε πέσει κι ο πονόδοντος είχε εξαφανιστεί σαν να μην υπήρξε ποτέ.
Είχε έρθει η ώρα να φύγω κι ο Κρητικός που δούλευε όλη τη νύχτα να πάει για ύπνο.
Τι να πληρώσω για τους καφέδες και τη τσικουδιά ρώτησα την κυρία του «μαγαζιού»…
Τίποτα να μην πληρώσεις απάντησε εκείνος, είναι πληρωμένα όλα απ΄ την παρέα είπε και σηκώθηκε.
Χαιρετηθήκαμε και λίγο πριν απομακρυνθώ ρώτησα: που ακριβώς βρισκόμαστε και ποιο δρόμο να πάρω για τη Νότια Κρήτη που ήταν ο προορισμός μας.
Να αυτό το χωριό που βλέπεις μπροστά σου είναι τα Μάλια μου είπε, εκεί δουλεύω τις νύχτες.
Έτσι γνώρισα τα Μάλια έναν όμορφο τόπο, με ζεστούς ανθρώπους, ατέλειωτες παραλίες και γαλάζια πεντακάθαρα νερά.
Ήταν τότε που μόλις είχε αρχίσει να αναπτύσσεται ο τουρισμός, δεν είχαν ακόμα πέσει τα πολλά λεφτά, δεν είχε βρωμίσει η περιοχή, οι άνθρωποι και η θάλασσα κι έβρισκες ακόμα ανθρώπους να πεις μια ζεστή καλημέρα και να σε κεράσουν μια τσικουδιά από την καλή, τη δική τους.
Την επόμενη φορά που θα βρεθώ στην Κρήτη δεν θα περάσω από εκεί, θα παρακάμψω, για δεν θα αντέξω τον ξεπεσμό τους και φοβάμαι, φοβάμαι πολύ μην συναντήσω εκείνον τον Κρητικό, το φίλο ενός αλησμόνητου αυγουστιάτικου πρωϊνού και θελήσει να με κεράσει…
Κι οι τσικουδιές, τώρα, είναι μπόμπες και δεν το αντέχω να χάνω φίλους…

.

Σάββατο, 2 Αυγούστου 2008

Άγονο χωράφι

Έσκαψες κι έσκαψες βαθειά μα ίχνος νερό δεν βρήκες
κι έσκαψες ακόμα πιο βαθειά πηγάδι για να ανοίξεις
πικρό φαρμάκι το νερό και πώς να ξεδιψάσεις
να σβήσεις τις αποθυμιές που μέσα σου φουντώνουν
πώς να ποτίσεις το μπαχτσέ να ανθίσουν να καρπίσουν
τα άγρια ξεροχόρταρα που δέρνουν οι ανέμοι
να βγάλεις τα ξερόκλαδα, τα αγκάθια τα σπαρλάθια
και να φυτέψεις όμορφα λουλούδια και βλαστάρια
να ζουζουνίζουν μέλισσες το μέλι να τρυγάνε
κι πεταλούδες που θα βρουν χρώμα για τα φτερά τους
να στολιστούν για το χορό του σύντομου έρωτά τους
δεν κλαις δεν απελπίζεσαι δεν χάνεις το ηθικό σου
γελάς και σαν μωρό παιδί τα χέρια σου απλώνεις
σαν δυο φτερούγες αητού για να το προστατέψεις
κι αν είναι εκείνο άγονο σκληρό και ανεμοδαρμένο
έχεις τα άνθη της καρδιάς στα χείλη σου που ανθίζουν
και απλόχερα τα σκόρπισες για να το ομορφύνεις.



.

Πέμπτη, 31 Ιουλίου 2008

περιμένοντας μια πανσέληνο…

Χάθηκες την ώρα που ξαναβρεθήκαμε,
δεν κλείνω τ΄ αφήνω ανοιχτό, φιλιά
έτσι είπες, το θυμάσαι, όταν δύο λεφτά
σου ζήτησα μόνο να περιμένεις

βρήκα κλειστά τα φώτα γυρίζοντας
και πέρασε μήνας χωρίς ένα σημάδι ζωής
αβάσταχτη η σιωπή που το όνειρο πληγώνει
στα παγωμένα της καρδιάς σοκάκια.

σ αγαπώ πολύ και ξέρεις ότι σε σκέπτομαι,
τα τελευταία σου λόγια πριν χαθείς
στο σκοτάδι που μαύρισε τον ήλιο,
τα τελευταία λόγια που θα χω να θυμάμαι

κάποιοι λένε σε είδανε σ΄ ένα κυκλαδονήσι
ανέμελη παιχνίδια της θάλασσας να παίζεις
να λούζεσαι στα αιγαιοπελαγίτικα νερά
να ξεχαστείς και να ξεχάσεις όσα σε πόνεσαν

όταν γυρίσεις θα με βρεις εκεί που μ΄ άφησες ,
να περιμένω μετρώντας της απουσίας σου
τις ασέληνες νύχτες σαν χάντρες κομπολογιού,
να περιμένω την πανσέληνο του γυρισμού σου.
.

Δευτέρα, 28 Ιουλίου 2008

Πριν αλέκτωρ…

Πριν κλείσεις μήνα παντρεμένη
ξένα φιλιά και αγκαλιά ζητάς
με βλέμμα λάγνο ίδια πρόκληση
κοιτάς τα σερνικά και περιμένεις
την έκτη εντολή να παραβείς
να το χαρείς που θα μοιχεύσεις
ορκίστηκες πως θα τον αγαπάς
μέχρι που να γεράσεις
και κράτησες τον όρκο σου
όσο φόραγες το νυφικό φουστάνι
οι όρκοι σου ξεφτίσανε νωρίς
και ο γάμος δεν θα αργήσει
κι ως έστρωσες θα κοιμηθείς
σε ένα κρεβάτι πανδοχείου
που μόνη σου το διάλεξες
του εφήμερου ερωτά φωλιά να γίνει.

.

Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2008

Γιατί;

έγινε συνήθεια πια
να ξυπνάς στις 3 το πρωί
να κάνεις ένα τσιγάρο στη βεράντα
ανάβεις το αιρ κοντίσιον μετά
να δροσίσει να κοιμηθείς λίγο ακόμα
να φύγεις το πρωί στο καμίνι της Αθήνας
να λιώσεις από τη ζέστη
να σε πνίξει το νέφος
ο αέρας που λείπει να κάψει τα πνευμόνια σου
επιστρέφεις και στρώνεσαι στη δουλειά
να καταγράψεις όσα μάζεψες το πρωί
να τα αποθηκεύσεις στο λάπτοπ
το μυαλό έχει πάψει πια να δουλεύει σωστά
έλιωσε κι αυτό με τα χρόνια
με το άγχος της καθημερινότητας
την αγωνία του μεροκάματου
για ένα αύριο που περιμένεις
για το αύριο που δεν έρχεται
που ίσως δεν θα έρθει ποτέ

.

Δευτέρα, 21 Ιουλίου 2008

Ζητείται ελπίδα

στο βλέμμα σου ψάχνω,
αυτό το κάτι να δω
αυτό που περιμένω,
να πάρω κουράγιο.
το βλέμμα σου ψάχνω,
αυτό το κάτι να δω,
να λάμψει το σκοτάδι,
κι ο ήλιος να σβήσει
όταν μου πεις σ΄ αγαπώ.
και φεύγουν οι μέρες
διαβαίνουν οι μήνες
τα χρόνια περνάνε
χωρίς μια ματιά σου
χωρίς σ΄ αγαπώ.


.

Σάββατο, 19 Ιουλίου 2008

Σκοτάδι παντού


Μια νύχτα ακόμα πέρασε
άργησε η μέρα να φέρει το πρωί
χαμένος σε σκέψεις το φεγγάρι ρωτώ
αν σ΄ είδε αν σ΄ απάντησε
αν ξέρει να μου πει που είσαι
ολόγιομο κείνο αδιάφορο περνάει
δεν βιάζεται καθόλου να κρυφτεί
κι η μέρα κάπου σκάλωσε
κι αργεί να ξημερώσει
να γείρω στο προσκέφαλο
ο ύπνος να με πάρει
και να σ΄ ονειρευτώ.

ΦΩΤΟ: Marianaonice
.

Τετάρτη, 16 Ιουλίου 2008

Η επιστροφή της ωραίας Ελένης

Όλα τα καλά έχουν τέλος
κι απ΄ την νυφική παστάδα
κατευθείαν στη μπουγάδα
γύρισε μες το καμίνι
με το κόκκινο το μίνι
και το μαύρο της το λάπτοπ
ποιος την είδε ποιος την πιάνει
την Ελένη απ΄ τη Μάνη
πριν ένα μήνα ακριβώς
είχε χαρά μεγάλη
και νύφη στολιζότανε
να πάει για το γάμο
με όργανα και με βιολιά
και καλεσμένους μύριους
που της ευχόντουσαν ανθούς
στο δρόμο της σπαρμένους
αυτά τώρα περάσανε
κι ανάμνηση έχουν γίνει
πρωί πρωί σηκώθηκε
τους δρόμους για να πάρει
άφησε το Στέλιο πίσω
να κοιμάται ευτυχής
και στο υπουργείο επήγε
με τους άλλους δυστυχείς
με τα κπς παλεύει το αεπ και τα ευρώ
που δυσεύρετα έχουν γίνει
στον κακό μας τον καιρό

Σάββατο, 12 Ιουλίου 2008

Τα κοτσιδάκια της

Είναι όμορφα σαν τα χαράματα ξυπνάς
μαζί με τα πουλιά, πριν βγει ο ήλιος
και φωτίσει τα έργα των ανθρώπων
την ώρα που μπορείς να ονειρευτείς
να αναπολήσεις από το χτες τα περασμένα
μέσιασε ο Ιούλιος μα έχει δροσιά τόση
που ανατριχιάζεις σύγκορμα
σαν που πρωταγκάλιασες και φίλησες
μικρός την πρώτη σου αγάπη,
αλήθεια πως τη λέγανε, θυμάσαι;
πασχίζει ο νους να θυμηθεί μα όνομα
δεν βρίσκει με σιγουριά να πει ποιο ήτανε
μόνο τα κοτσιδάκια της τα δυο
τα ομορφοπλεγμένα με τους φιόγκους
ολοζώντανα η μνήμη έχει κρατήσει
αυτά που πρώτα αγάπησε πριν αγαπήσει
εκείνη που καθότανε στο μπροστινό θρανίο.


Παρασκευή, 11 Ιουλίου 2008

Το κλουβί…

Βάλε το αγριοπούλι στο κλουβί
να μην το φτάνει η γάτα
πες του είναι εδώ το σπίτι σου
κι εγώ θα σε προσέχω
μα άσε την πόρτα του ανοιχτή
να νοιώθει ελευθερία
και να μην νιώθει τη σκλαβιά
γιατί θα δραπετεύσει
την άμμο κράτησε απαλά
μες τη δική σου χούφτα
μα μην τη σφίξεις πιο πολύ
κι ανάμεσα στα δάχτυλα κυλήσει
γιατί είναι δύσκολο μετά
στη χούφτα να γυρίσει
μην βιάζεσαι να κόψεις τον καρπό
προτού να ωριμάσει
θα ναι πικρός, θα ναι ξινός,
θα ναι στυφός στη γεύση
γιατί να ξέρεις, αγάλι αγάλι
γίνεται η αγουρίδα μέλι
θέλει το χρόνο του το σ΄ αγαπώ
να ανθίσει στην καρδιά
κι αν το παραποτίσεις,
πριν βγάλει φύλλα και κλαδιά,
θα το σαπίσεις,
ποτέ στα χείλη δεν θα βγει
για να τ΄ ακούσεις

.

Δευτέρα, 7 Ιουλίου 2008

Θα ξαναρθείς…

Ήρθες όπως και χθες και προχθές όπως κάθε βράδυ
δεν σ΄ άκουσα να μπαίνεις, το άρωμά σου μύρισα
κοίταξα και ναι ήσουν εκεί καθισμένη στον καναπέ
με κοίταζες μ΄ αυτά τα υπέροχα μάτια, χαμογελούσες.
Έβαλα το cd να παίζει και δυο ρακές στο τραπέζι
έκατσα δίπλα σου κι άπλωσα τα χέρια να σ΄ αγκαλιάσω,
με κοίταξες αυστηρά, το ξέρω, δεν θέλεις να σε πλησιάζω
τραβήχτηκα στην άκρη του καναπέ και σε κοίταζα
με κοίταζες κι εσύ, δεν μιλούσαμε, μιλούσαν μόνο τα μάτια
το δωμάτιο είχε πλημμυρίσει η γλυκιά φωνή της Χαρούλας
-να μου το πεις το σ΄ αγαπώ και πάλι να μου το πεις…
η αγάπη είναι ζάλη… να μου το πεις…-
Έκλεισα τα μάτια, στην υγειά σου σε άκουσα να μου λες
στην υγειά μας, ανταπέδωσα την ευχή κι άνοιξα τα μάτια
είχες φύγει, αθόρυβα όπως είχες έρθει πριν λίγο, είχες χαθεί,
κι έμεινα μόνος όπως κάθε ξημέρωμα την ώρα που δραπετεύεις.
Μάζεψα τα ποτήρια, η φωνή της Χαρούλας είχε κι αυτή χαθεί
κοίταξα κατά το βοριά κι είπα δυνατά να μ΄ ακούσεις
καλή σου μέρα αγαπημένη, θα σε περιμένω το βράδυ
να ξαναρθείς …στα όνειρά μου και θα ΄ρθείς το ξέρω.



.

Σάββατο, 28 Ιουνίου 2008

Ο φόβος

κλαις μα δεν σε ακούει κανείς
είσαι μόνος πεταμένος
στο κρεβατάκι του μαιευτηρίου
που σε γέννησε η μάνα σου
χωρίς να σε ρωτήσει
φοβάσαι, κλαις, δεν σε ακούει κανείς
είσαι μόνος με το φόβο σου
και τον πόνο που ένοιωσες
την ώρα που έκοβαν τον ομφάλιο λώρο
δεν θα ξεφύγεις ποτέ από κείνο το φόβο
τον κουβαλάς πάντα μέσα σου
για να ξορκίσεις τη μοναξιά σου
είναι το άλλοθι σου για όλα
την κακία, το μίσος, τη ζήλεια το φθόνο
τον εγωισμό και το ψέμα που ορθώνεις
προστατευτικά γύρω σου να φυλαχτείς
από το φόβο των άλλων
το άλλοθί σου για τη φιλία, την αγάπη
και τη χαρά που παίρνεις όταν ο φόβος σου
ταιριάξει με τον ξένο φόβο που γίνεται δικός σου
κι ύστερα ο πόνος, ο δικός σου πόνος
όταν χωρίζουν οι φόβοι και μένεις μόνος
με το δικό σου φόβο και τον πόνο σου
όπως τότε στο μαιευτήριο ένα τόσα δα πλασματάκι
με ένα μεγάλο φόβο και τρομαγμένο βλέμμα.


Μουσική - Στίχοι: Άκης Πάνου
Ερμηνεία: Γιώτα Νέγκα

.

Παρασκευή, 27 Ιουνίου 2008

Πόσο λίγο με ξέρεις

Κάθομαι τώρα κι αναπολώ
και οργίζομαι
και θυμάμαι
κι οργίζομαι περισσότερο
τι δεν πήγε καλά;
πως ήρθε ανάποδα ο κόσμος;
ξεμείναμε
με τις αναμνήσεις
τα ανεκπλήρωτα όνειρα
τη μοναξιά
προσπαθείς να κρυφτείς
σε κυνηγάει
σε βρίσκει
τρυπώνει στην ψυχή σου
με αναίδεια
αναστατώνει το είναι σου
κλέβει τα μυστικά σου
σου λέει σ΄ αγαπώ
ποτέ δεν σ΄ αγάπησε
τώρα το ξέρεις
σου πήρε δώδεκα χρόνια
να το καταλάβεις
και μένα τόσα μου πήρε…

Δευτέρα, 23 Ιουνίου 2008

το λάθος

Προσπάθησα, προσπάθησα πολύ να ανοιχτώ στο πέλαγος
κι ήσουν εκεί μαζί μου στην προσπάθεια
με πίεζες να μην φοβάμαι, με πίεζες πολύ να προσπαθώ
μα ο βράχος ήταν εκεί σωστός γρανίτης ποιος να τον σπάσει
και ο βυθός ήταν κοντά, δεν έχουν βάθος αυτές οι θάλασσες
και με τράβαγε με δύναμη με ρουφούσε στα βάθη του
δεν έχω τίποτα να σου δώσω σου είχα πει, το θυμάσαι
δεν περιμένω κάτι είπες και με έσπρωξες πάλι
κι ύστερα ήρθαν οι άλλοι με τις άσπρες μπλούζες και τις σύριγγες
να με καρφώσουν στην ακτή κάτω από τον ήλιο τον καυτό
ματώνουν τα χείλη από τη δίψα, ακούω τη φωνή σου, δεν σε βλέπω
μονάχα αυτοί με τις άσπρες μπλούζες και τις σύριγγες είναι κοντά
καραδοκούν στο πρώτο σκίρτημα να με καρφώσουν και πάλι
και το ήθελα τόσο πολύ να ανοιχτώ, να ανοιχτούμε μαζί στο πέλαγος
να απλώσουμε ένα πουκάμισο για πανί και μ΄ άλμπουρα τα κορμιά μας
να ταξιδέψει η σχεδία σε άλλες θάλασσες να βγούμε σ΄ άλλους τόπους
να ξαπλώσουμε μαζί στον ήλιο ξένοι ανάμεσα σε ξένους
χωρίς σώμα χωρίς μάζα δυο καρδιές μονάχα χαμένες στο όνειρο.
Προσπάθησα, προσπάθησα πολύ να ξεφύγω από τις άσπρες μπλούζες
να μην με φτάνουν οι σύριγγες που ρουφούν από μέσα μου τη ζωή
κουράστηκες να περιμένεις, συγνώμη λάθος είπες κι είχες δίκιο
όλα ήταν λάθος, από την πρώτη στιγμή ένα λάθος ήταν όλα
που δεν ήθελες που δεν ήθελα κι εγώ να παραδεχτούμε.

Σάββατο, 14 Ιουνίου 2008

Ευτυχία τι θα πει…


Να ξυπνάς με το γκάρισμα του γαϊδάρου που ενοχλήθηκε
από το γλεντοκόπι του μουεζίνη κόκορα στο γύρισμα της νύχτας
που βιαστικά και περήφανα αναγγέλλει τη μέρα που έρχεται
πριν ακόμα το πρώτο φως της αυγής σβήσει τα αστέρια.
Να αφουγκράζεσαι την πρωινή συναυλία των πουλιών
με τις τρίλιες τους να σκεπάζουν τον αχό της θάλασσας
που ξέπνοη σκάει στα βράχια της ακτής.
Να ανοίγεις το παράθυρο και να σε πνίγουν οι μυρωδιές
από τ΄ αγιόκλημα, της ακακίας τον ανθό και τις γαζίες
και η ματιά σου να ακουμπάει στη Βαβέλ των χρωμάτων
στις μπουκαμβίλιες, τα γεράνια, τους ανθισμένους κάκτους,
τα τριαντάφυλλα και τις πικροδάφνες…
Κι ύστερα την ώρα του καφέ, δίπλα στη θάλασσα
απέναντι στ΄ απέραντο γαλάζιο,
ως εκεί που φτάνει το μάτι σου κι ακόμα παραπέρα,
να έρχεται ο Πουνέντης σε ρόλο μαύρου υπηρέτη
που ανεβοκατεβάζει ρυθμικά το φτερό του
για να διώξει την κάψα του ήλιου που ψηλώνει
Ε, μην μου πεις, δεν θέλεις και τόσα πολλά
για να νιώσεις ευτυχία τι θα πει…
ή μήπως θέλεις κάτι ακόμα κι αυτό είναι που σου λείπει….

Πέμπτη, 5 Ιουνίου 2008

Αρχίζει το EURO θα λυθούν οι απορίες σας….

...για τις προτιμήσεις των ανδρών

Ο κυρ Αντώνης από δύο ...ιερά τέρατα

Μια ανεπανάληπτη ερμηνεία του Κυρ Αντώνη από το Μάνο και τη Μελίνα, τη Μελίνα και το Μάνο.
video

Τρίτη, 3 Ιουνίου 2008

Κυριακή, 1 Ιουνίου 2008

λάθος τρένο

Πήραμε το λάθος τρένο
λάθος εσύ, λάθος εγώ
ποιος ξέρει να μας πει
άπλωσα το χέρι να σ΄ αγγίξω
μα σφύριξε το τρένο
γλιστρά στις ράγες, φεύγει
και φεύγεις μαζί του
και εγώ μένω να ρωτώ
πάλι στο λάθος τρένο είμαι
ή με το λάθος τρένο φεύγεις εσύ.

video

καλό μήνα και προσοχή στο δρόμο

video

Τετάρτη, 21 Μαΐου 2008

Τρίτη, 20 Μαΐου 2008

Ζέστη, πολύ ζέστη σήμερα

προσοχή είναι ρηχά video

Δευτέρα, 12 Μαΐου 2008

Τσίτα τα γκάζια

Είπε θα αφήσω την ευθεία, με κούρασε και τσίτωσε τα γκάζια
βόγκηξε η μηχανή ασυνήθιστη στα ζόρια, ξέρασε μαύρο καπνό η εξάτμιση
ανέβηκε η πίεση στα υδραυλικά, άνθρωπος και μηχανή έγιναν ένα,
πριν από την πρώτη στροφή, το πρώτο παντιλίκι,
τσίτα τα γκάζια στην έξοδο ίσια να βγει να μην παραστρατήσει.

Χτυπάει πρωτόγνωρα η καρδιά, μουδιάζει το μυαλό απ την αδρεναλίνη,
βράχος κοφτός, ψηλός, αγέρωχος στη μια πλευρά του δρόμου
το χάος κι ο γκρεμός από την άλλη, να ισορροπήσει πρέπει στο κενό,
κόβει στροφές στη μηχανή, το χάρτη να κοιτάξει, να μη χαθεί
να μην βρεθεί στη δημοσιά που μόλις έχει αφήσει.

Παρασκευή, 9 Μαΐου 2008

έφτασε και λοιπόν....

σπρώχνουμε τον καιρό να φθάσει Παρασκευή
κι ύστερα η προσμονή του σαββατοκύριακου
ποιον θα δεις με ποιον θα μιλήσεις τι θα πεις.
ώρα την ώρα μέρα τη μέρα βδομάδα τη βδομάδα
κυλάει ο χρόνος κι εμείς ακούνητοι τον βλέπουμε να φεύγει.
χρόνο το χρόνο γεράσαμε και τίποτα δεν άλλαξε
η ζωή συνεχίζεται και μένουμε πίσω θεατές
όσων τολμούν κι απλώσουν τα χέρια να πετάξουν
σαν τα πουλιά που δεν βολεύονται στα χαμόκλαδα.
βολευτήκαμε, συνηθίσαμε και ζούμε με το χτες
που μας πήγε ψηλά στ αστέρια και τους επτά ουρανούς
μάθαμε απ έξω όλους τους διαλόγους και τις ατάκες
η ίδια χιλιοπαιγμένη ταινία κάθε βράδυ η ίδια μουσική
-ας ερχόσουν για λίγο μοναχά για ένα βράδυ-
και φεύγουν οι μέρες, ατέλειωτες οι νύχτες, πήχτρα σκοτάδι
κόλαση ο πρωινός καφές που πίνεις μοναχός σου.

Κυριακή, 4 Μαΐου 2008

Σάββατο, 3 Μαΐου 2008

Για το καφεδάκι που λέγαμε

«Πικρό, φαρμάκι ο καφές όταν τον πίνεις μόνη
γλυκόπικρο είναι το φιλί που έρχεται με τ΄ αγέρι
μα κάπου έξω, κάπου κοντά, ένας σου φίλος ξαγρυπνά,
το ξέρεις ότι σ΄ αγαπά και με τη σκέψη του σε συντροφεύει
ώσπου να γίνει η πίκρα μέλι».

Τετάρτη, 30 Απριλίου 2008

σαν έτοιμος από καιρό…

Ήρθες σαν άνεμος σαν καταιγίδα
φουρτουνιασμένη θάλασσα έτοιμη να με καταπιεί
και να με σύρει στα βαθιά τα ανήλιαγα σκοτάδια
που κατοικούνε μέδουσες κοράλλια και ανεμώνες.
Από το βράχο αρπάχτηκα γερά να κρατηθώ
και κοίταξα στον ουρανό βοήθεια να ζητήσω
κι τότε είδα τα μάτια σου να με κοιτούν γλυκά
κι αφέθηκα να σε κοιτώ και να προσμένω.
Η αλκυόνα που αυγά κλωσούσε στη φωλιά της
με κοίταξε κι αυτή μ' ένα γλυκό χαμόγελο
να μ ΄ ενθαρρύνει λες το φόβο να νικήσω.
Η άβυσσος χάσκει ακόμη εκεί σαν στόμα της κολάσεως
έτοιμη να με καταπιεί, μα δεν φοβάμαι πια,
σαν έτοιμος από καιρό σαν κολασμένος,
να σου παραδοθώ είμαι έτοιμος κι ας πάω κι εγώ χαμένος
Τα λόγια σου βάλσαμο καρδιάς που απανεμιά ζητούσε
σφιχτά δεμένα σαν κομπολόι από κεχριμπαρένιες χάντρες
πολύτιμα ανεκτίμητα δώρα ψυχής βαθιά μέσα μου για πάντα φυλαγμένα.

Εγώ θα στο λέω πάντα

Δευτέρα, 28 Απριλίου 2008

Και του χρόνου καλύτερα

Κι αν φυσάει και αν βρέχει... ο λύκος έχει λύσεις και για τα έκτακτα καιρικά φαινόμενα!

Κυριακή, 27 Απριλίου 2008

Όποιος καταλάβει καλώς …κατάλαβε!

Χριστός Ανέστη!

Αχ ναι, πότε, σε ποιο κανάλι το είπαν;
Το έγραψαν και οι εφημερίδες!
Καλέ τι μου λες και εγώ πως δεν το πρόσεξα…
Δεν άκουσες τα βεγγαλικά που έσκαγαν στις εκκλησίες;
Όχι καλέ, τι μου λες τώρα, που γίνανε όλα αυτά; Πότε;
Τα μεσάνυχτα του Μεγάλου Σαββάτου στις 12 ακριβώς!
Αχ, γι αυτό δεν το πρόσεξα,
…μεσάνυχτα, η δύσκολη ώρα
γι αυτούς που είναι μόνοι, που περιμένουν κι αδημονούν
για το χτύπημα στην πόρτα, το κουδούνισμα του τηλεφώνου
το δικό τους Χριστός Ανέστη, να αστράψουν τα βεγγαλικά
στο σπίτι, να γελάσουν τα ματιά κι οι καρδιές.
Μεσάνυχτα… η δύσκολη ώρα,
η ώρα που ξαποσταίνει η κούραση της μέρας
κι η σκέψη δραπετεύει κι ασυμμάζευτη πετάει δώθε κείθε
και αιωρείται στο κενό του παραλογισμού σου,
μεσάνυχτα η ώρα των τρελών.
Έκλεισες τα παράθυρα τράβηξες και τις κουρτίνες,
το φως σβηστό και το τηλέφωνο κατεβασμένο,
πώς να σε βρω αγαπημένη το μήνυμα το μεγάλο να σου πω,
πως ο Χριστός Ανέστη.
Τι κάθεσαι και καρτεράς μόνη μες το σκοτάδι
σαν αγριοπερίστερο κλεισμένο σε κλουβί,
στρώσε τα κόκκινα χαλιά, άναψε τις λαμπάδες
Χριστός Ανέστη πες στη ζωή, να Αναστηθείς κι ΕΣΥ!

Πέμπτη, 24 Απριλίου 2008

ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ


Τι σου 'κανα και πίνεις

Τι σου 'κανα και πίνεις, τσιγάρο στο τσιγάρο
κι είν' τα πικρά σου μάτια στο πάτωμα καρφιά

Πες μου για δε μ' αφήνεις με δυο φιλιά να πάρω
απ' τα θολά σου μάτια τη μαύρη συννεφιά
Πες μου για δε μ' αφήνεις με δυο φιλιά να πάρω
απ' τα θολά σου μάτια τη μαύρη συννεφιά

Οι πόνοι που σε σφάζουν, πόνοι διπλοί για μένα
σταλάζουν στην καρδιά μου τα δάκρυα που κλαις

Να 'ξερες πως σπαράζουν τα μέσα μου για σένα
που στέκεσαι μακρυά μου και λόγο δε μου λες
Να 'ξερες πως σπαράζουν τα μέσα μου για σένα
που στέκεσαι μακρυά μου και λόγο δε μου λες

Αμίλητό μου στόμα, φεγγάρι μου σβησμένο
ανάθεμα την ώρα και τη βαριά στιγμή
Όλα για σε τα δίνω, τα δίνω και πεθαίνω
για να μη σε αγγίξουν ξανά οι στεναγμοί

Συνθέτης: Μίμης Πλέσσας
Στιχουργός: Λευτέρης Παπαδόπουλος
τραγούδι: Πόλυ Πάνου

Τετάρτη, 23 Απριλίου 2008

Σε ψάχνω...

στα σκοτάδια του μυαλού μου, στον αέρα της νύχτας, στις μυρωδιές των λουλουδιών
Σε ψάχνω,
στις μουσικές και τα τραγούδια που ακούγαμε χτες χωρίς να μιλάμε
σ΄ αυτά που σε πληγώνουν, σε αυτά που σε κάνουν να γελάς
στην καινούρια μέρα που ξημερώνει

Σε ψάχνω,
στους χτύπους της καρδιάς μου και του κορμιού την ταραχή
στα μάτια του κόσμου, στα χαμόγελα των παιδιών τις αγκαλιές των νέων
Στις γειτονιές του κόσμου, τις πολιτείες, τα βουνά και τις θάλασσες,
Σε ψάχνω…

Σε ψάχνω,
στις χιλιάδες αγκαλιές που ανοίγουν με το Χριστός Ανέστη του παπά,
κι απλώνω τα χέρια να σ΄ αγκαλιάσω…
Τα φιλιά της αγάπης μου στέλνω με τον άνεμο και τα μύρα του Απρίλη
να σου φέρουν το Αναστάσιμο μήνυμα της ελπίδας και της ζωής

σε ψάχνω,
Παντού Όπως Πάντα Ηλιαχτίδα… να διώξεις τα σκοτάδια

Τρίτη, 22 Απριλίου 2008

Με το φακό του ...χρόνου









παίζοντας με φως...












...χρώματα
















....παλιές φωτογραφίες















και ...αναμνήσεις

Σάββατο, 19 Απριλίου 2008

Πέμπτη, 17 Απριλίου 2008

Απορίες

Απέραντο γαλάζιο




Δοκιμαστικό με την πολύτιμη συμβολή του Ανδρέα
τον οποίο κι ευχαριστώ για τις οδηγίες.

Τρίτη, 15 Απριλίου 2008

Σαν όνειρο

Κοράκι μαύρο, πήχτρα σκοτάδι η μοναξιά βαραίνει το μυαλό,
πέτρωσε, σαν άβραστο φασόλι στο στομάχι,
σαν το χαλάζι που τον τρυφερό βλαστό τσακίζει.

Μ΄ αγωνία προσμένω το κουδούνισμα,
τα μάτια κολλημένα στην οθόνη
πάνω από το πληκτρολόγιο
που ενώνει τους δυο μας στο χάος.

Ακούω τα βήματα στη σκάλα που ανεβαίνεις,
τρομάζω την ώρα της αντάμωσης που θα με δεις,
βιαστικά τρυπώνω στο σκοτάδι να προλάβω,
το καλό μου χαμόγελο να φορέσω να βάλω τα γιορτινά
τ΄ ατσαλάκωτα ρούχα, να σ΄ αρέσω.

Έλα κάτσε κοντά αγαπημένη,
της διπλανής σελίδας ταξιδεύτρια,
καλώς όρισες
έχουμε πολλά να πούμε κι απόψε
να σπρώξουμε το χρόνο, να με ξεγελάσεις
να σε ξεγελάσω να γελαστούμε κι οι δυο.

Κι όταν περάσει η ώρα με δυο φιλά θα μου πεις καληνύχτα,
καληνύχτα θα πω σαν αντίλαλος κι ένα τρεμούλιασμα φόβου
μήπως χαθείς για πάντα.
Αναμασώ τα λόγια που είπες, που σου είπα, που είπαμε
ξανά και ξανά και ξανά ώσπου ο ύπνος να τσακίσει τη σιωπή
που σαν παγωμένος βοριάς έχει απλωθεί στο δωμάτιο
να με λυτρώσει από την απουσία σου.


Κυριακή, 13 Απριλίου 2008

Σάββατο, 12 Απριλίου 2008

www & blogspot γωνία

Σε περιμένω…
Σαν δυο σταγόνες νερό τα διψασμένα χείλη
Σαν το σπόρο που προσμένει τη βροχή να βλαστήσει
Σαν το μωρό που αποζητά το βυζί της μάνας
Τον άντρα που ποθεί το κορμί της αγαπημένης
Σαν τη χειμωνιάτικη λιακάδα το μουσκεμένο χώμα





Της …«αγάπης» αίματα για το Μέγα Πάσχα



Η οσμή του αίματος σου τρυπάει τα ρουθούνια, ανακατεύεται με τα αλατοπίπερα, το μάραθο και το λαδολέμονο που συνθέτουν ένα μοναδικό άρωμα ευφορίας.
Το γδαρμένο αρνί κρεμασμένο στο τσιγκέλι στραγγίζει τις τελευταίες σταγόνες αίμα που του ΄χουν απομείνει έτσι που στεγνό και καθαρό να στολίσει σε λίγο την πασχαλινή σούβλα.
Δίπλα η συκωταριά και τα καθαρισμένα έντερα περιμένουν υπομονετικά τον «καλλιτέχνη» να συνθέσει τον άρχοντα του πασχαλινού τραπεζιού, το κοκορέτσι.
Μπαίνεις στο μπάνιο κι αφήνεις το νερό να τρέξει με δύναμη στο κορμί σου, να διώξει την κούραση της μέρας.
Το νερό κοκκινίζει από το αίμα που πετάχτηκε στα χέρια, το πρόσωπο, κι ολόκληρο το κορμί σου τη στιγμή που το κοφτερό λεπίδι του χασάπη τρυπούσε την καρδιά του άκακου αρνιού που διάλεξες και ξέκοψες από το κοπάδι του για τον πασχαλινό σου οβελία.
Φρεσκοπλυμένος και καθαρός φοράς τα γιορτινά σου.
Σε λίγο θα χτυπήσουν οι καμπάνες στις εκκλησιές για το «δεύτε λάβετε φως» για το «Χριστός Ανέστη» και πρέπει να είσαι εκεί ως καλός χριστιανός να πάρεις και να δώσεις το μήνυμα της αγάπης.
Περιμένοντας να ανάψει το πράσινο φως για την «επίθεση» στη μαγειρίτσα κοιτάζεις γύρω σου να δεις αν ήρθαν όλοι, το ίδιο άλλωστε κάνουν και οι άλλοι, ο παπάς μόνος του τα λέει και μόνος του τα ακούει.
Μόνο το «Χριστός Ανέστη» τους ενδιαφέρει κι αυτό θα το ακούσουν, ακόμα κι αν ο παπάς δεν έχει αποσώσει την ανάγνωση του ευαγγελίου, από τα βαρελότα που θα σκάνε δίπλα τους σαν οβίδες μόλις οι δείκτες του ρολογιού δείξουν μεσάνυχτα.
Με τα καλά τους και το καλό τους χαμόγελο κρεμασμένο στα χείλη είναι όλοι τους εκεί έτοιμοι να γιορτάσουν τη μεγαλύτερη γιορτή της Χριστιανοσύνης, την Ανάσταση, τη γιορτή της Αγάπης που λες θα εξαλείψει την κακότητα και το φθόνο που κρύβουν μέσα τους.
Το άρωμα από τις πασχαλιές του διπλανού κήπου μπερδεύεται με το κοκτέιλ των αρωμάτων από τα σαμπουάν και τις κολόνιες που βάζουν οι καλοί χριστιανοί για να σκεπάσουν τη μπόχα που αποπνέει η μιζέρια και η ματαιοδοξία τους.

Παρασκευή, 4 Απριλίου 2008

blogοπαίγνιδο

Μια πολύ καλή φίλη, η Άποψη, με προσκάλεσε να συμμετάσχω σ΄ αυτό το
ανόητο blogοπαίγνιδο και εγώ έκανα πέτρα την καρδιά κι ευχαρίστως απαντώ στο ερωτηματολόγιο της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθήνας , (μοιρασμένο, πριν 2 χρόνια στην έκθεση "Φαντασία της πραγματικότητας").

-Γιατί κλαις;
Κι όμως κυρία μου κι άντρες κλαίνε
- Γιατί δεν κλαις;
Για να μην προδοθώ!
- Πού είναι ο βάλτος;
Από πάνω μου.
- Ποιος και πού είναι ο δεσμοφύλακας;
Απέναντι στον …καθρέφτη μου.
- Πού συναντάς μια εντελώς δική σου άβυσσο;
Στην ψυχή μου.
- Περιφρονείς κάτι;
τα μπλογκοπαίχνιδα
- Θα ερωτευόσουν για πάντα;
Το για πάντα είναι σχετικό.
- Γιατί πουλιούνται τα «έργα τέχνης»;
Γιατί υπάρχουν αυτοί που τα αγοράζουν.
- Μήπως να αφαιρεθούν τα εισαγωγικά από την προηγούμενη ερώτηση;
Και που θα βρούμε τόσους συλλέκτες;
- Do you remember revolution?
Ασφαλώς, Την προετοίμαζα χρόνια!
- Θα ανέβαινες ένα βουνό αν το επέβαλε το ωροσκόπιό σου;
Με τίποτα.
-Θα σκότωνες τον παππού σου, αν το τζάμι δεν έσπαγε απ' τον πάγο;
Αφήστε τους παππούδες να ζήσουν, παλιόπαιδα!
- Θα μπορούσες να κλείσεις τα μάτια σου, αν η ζωή σου έστηνε καρτέρι;
Όχι, είναι τόσο όμορφη που θα καθόμουν να την κοιτάω με τις ώρες.
- Θα κυλούσε η πέτρα του θανάτου το πρωί, αν δεν κινδυνεύατε να τιμωρηθείτε απ΄το νόμο;
Όταν πρέπει και πρωί και βράδυ κι απόγευμα.
- Θα εξετάζατε το ενδεχόμενο να διανύσετε μετά τα μεσάνυχτα απ΄την αρχή μέχρι το τέλος την οδό Αχαρνών, αν γνωρίζατε ότι ποτέ δεν πρόκειται να σας συλλάβουν;
Να με ληστέψουν όμως;
-Θα σκότωνες τον Μπους αν σου χάριζαν δέκα λαχταριστά εκλέρ;
Κρατήστε τα εκλέρ σας δεν είμαι ιδιοτελής.
-Θα μου έδειχνες τα σαπισμένα σου δόντια αν έβλεπες μέσα τους τ΄αστέρια;
Δώσαμε, δώσαμε.
- Θα έπεφτες στο πηγάδι αν ήσουν θλιμμένος;
Που να βρω πηγάδι μέσα στο βάλτο.

Και ενώ πρέπει δεν θα καλέσω τους επόμενους να συνεχίσουν.

Σάββατο, 29 Μαρτίου 2008

Θα ανάβω με τσιγάρα θα σβήνω με ποτά...

Alexiou - Apopse T...





Στίχοι: Σοφία Αργυροπούλου
Μουσική: Αντώνης Βαρδής
εκτέλεση: Χαρούλα Αλεξίου




* αρχική φωτογραφία από thecia.com.au













Χάθηκες


Χάθηκες, θαμπή φιγούρα στην ομίχλη.
Σφάλισες τα πορτοπαράθυρα,
μην και ο ήλιος μπει, μην κι ο αγέρας φυσήξει
και διώξουν μαζί τη σκόνη που κατάκατσε σαν βράχος.

Χάθηκες, έτσι ξαφνικά όπως ήρθες.
Το γέλιο σου, που δεν το άκουσα ποτέ, \
το πνιξες πριν βγει και σκορπίσει το δάκρυ
από τ΄ ακροτσίνορα των ματιών σου.

Χάθηκες, στα σκοτάδια που γύρω σου απλώνεις
σαν Πηνελόπη που περιμένει τον Οδυσσέα
που δεν λέει να γυρίσει, να διώξει του μνηστήρες
που την πολιορκούνε.

Χάθηκες, πιασμένη στους ιστούς της αράχνης
που υφαίνεις για να κρυφτείς απ΄ αδιάκριτα μάτια,
να κρυφτείς από τη ζωή που δεν περιμένει
μα ότι κι αν κάνεις δεν μπορείς από τον εαυτό σου να κρυφτείς.

29/3/2008

Παρασκευή, 28 Μαρτίου 2008

αφιερωμένο εξαιρετικά



Kato Apo Ti Marki...


Οι στίχοι είναι του Μάνου Ελευθερίου, η μουσική που ακούγεται του Γιάννη Σπανού και η γλυκιά φωνή της Χαρούλας Αλεξίου

Πέμπτη, 27 Μαρτίου 2008

Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2008

Χειμωνιάτικη λιακάδα


Γαλέος με σκορδαλιά, χταπόδι ψητό, τσίπουρο χύμα από την Αγχίαλο, απέραντο γαλάζιο μπροστά σου, ο αέρας στα 6 τουλάχιστον μποφόρ γεμάτα, χωρίς νάιλον κουρτίνες που σου χαλάνε όλη τη μαγεία, και ένας χειμερινός κολυμβητής να παίζει με τα κύματα.
Δευτέρα μεσημέρι, παραμονή της εθνικής επετείου, αργία, λιακάδα, τι καλύτερο να επιθυμήσεις και να μαι.
Στου Βολιώτη στη παραλία της Λούτσας, μαγαζί λαϊκό κι όχι σαν κάτι Ξυπόλητα αριστοκρατικά που προτιμάνε οι δήθεν και οι περίπου.
Με το τσίπουρο στο ένα και ένα τσιγάρο στο άλλο χέρι αγναντεύω το απέραντο γαλάζιο, αναπολώ το χτες που έφυγε, σκέπτομαι το αύριο που είναι αβέβαιο και μελαγχολώ με το σήμερα κι όσα απίστευτα συμβαίνουν.
Γουλιά, γουλιά, το τσίπουρο, ψηφίδα την ψηφίδα αναπηδούν οι σκέψεις από τον άγνωστο βυθό της μνήμης για να συμπληρώσουν το παζλ.
Περνάει η ώρα, η φρεασκαδούρα σου ψιχαλίζει το πρόσωπο με θαλασσινό νερό, θολώνουν οι σκέψεις από το τσίπουρο τ΄ αψύ, μοιάζουν βαρκούλες σ΄ ανταριασμένο πέλαγος τα χρόνια που διαβήκανε.
Σταλιά σταλιά η νιότη άδειασε το κορμί που στέκει τώρα εκεί ασάλευτο σαν πολυκαιρισμένο κρασί από ατρύγητο αμπέλι στα αζήτητα της κάβας.
Αναμετράς το μπόι σου κι όλο λειψό σου βγαίνει, τρομάζεις στον ανήφορο, χτυπά η καρδιά σαν του πουλιού του τρομαγμένου, στις σκάλες που ανεβαίνεις.
Στο βάθος ένα φορτηγό τραβά κατά το Λαύριο, βαρύ αργόσυρτο λες κι έχει σταματήσει μεσοπέλαγα, λες και περιμένει το ταχύπλοο που έρχεται πίσω του να το προσπεράσει.
Τόπο στα νιάτα, σκέπτεσαι , κάνουν και τα καράβια και νάτο νεότευκτο, ταχύπλοο το άλλο δεν το τρομάζει ο καιρός, πετάει πάνω στα κύματα και προσπερνάει αγέρωχο το γέρικο εμπορικό που πλέει σπρώχνοντας τα κύματα λες κι είναι σταματημένο μεσοπέλαγα.
Πέρασε η ώρα, πληρώνεις το λογαριασμό και μαζί με την απόδειξη δε ξεχνάς να πάρεις μαζί σου σαν πειστήριο μια φωτογραφία με τα χταπόδια απλωμένα στη χειμωνιάτικη λιακάδα.

Δευτέρα, 24 Μαρτίου 2008

χωρίς ...λόγια

Κόλλησε πάλι η νύχτα, λες κι η γη σταμάτησε να γυρίζει
κι εγώ κοιτάζω τ΄ άστρα που φλερτάρουν με την πούλια
και σε σκέπτομαι κι ας μην σε ξέρω, ας μην σε γνώρισα ποτέ.
Ένα όνομα ανάμεσα σε εκατομμύρια ονόματα, το δικό σου,
σαν ένα αστέρι που λάμπει στο γαλαξία, τόσο μακριά.
Σου στέλνω τα φιλιά μου να σ΄ ανταμώσουν στο πρώτο φως της αυγής.
Λιώμα στο μεθύσι η μέρα ξεστράτισε, έχασε το δρόμο της
αργεί να ξημερώσει γύρισαν πίσω τα φιλιά κουρασμένα,
χωρίς να σ΄ ανταμώσουν.
Άυπνος σε σκέπτομαι κι ας μην σε ξέρω, ας μην σε γνώρισα ποτέ
κι ίσως ποτέ δεν σε γνωρίσω.
Έπεσες από το πουθενά στο δρόμο μου, σαν αστραπή στο χάος, ένα όνομα, χωρίς μορφή, χωρίς σχήμα, χωρίς ύλη.
Ένα όνομα, μια Άποψη, ένα κουίζ πρόκληση.
Κόλλησε πάλι η νύχτα απόψε
δραπέτης του ονείρου μου σε ψάχνω στα αστέρια που τρεμοσβήνουν στο άπειρο.
Μέσα στο απέραντο παζλ του ουρανού σε ξεχωρίζω από τη λάμψη σου,
δεν προφταίνω να χαρώ, δεν προφταίνω να δω τη μορφή σου.
Βιαστικά η μέρα σε τυλίγει στα πέπλα της και σε παίρνει μαζί της
να γυρίσετε τον κόσμο.
Μένω να κοιτάζω το γαλάζιο του ουρανού
που είναι το σπίτι σου και περιμένω.
Να νυχτώσει, να σε ψάξω πάλι
ανάμεσα στα εκατομμύρια αστέρια, ένα αστεράκι και συ.

Κυριακή, 23 Μαρτίου 2008

«θα τρόμαζες αν ήξερες πόσο σε αγαπάω».

Αντιφάσεις ζωής μιας
γνωστής – άγνωστης φίλης



Βαρέθηκα. Κουράστηκα. Μπούχτισα.
Άφησα στην ατζέντα μου τρία τηλέφωνα. Μόνο αυτά αξίζουν.
Και μηδένισα το κοντέρ....
Βαρέθηκα να κάνω αυτό που πρέπει. Βαρέθηκα να ζω έτσι όπως πρέπει. Να μιλώ σε ανθρώπους γιατί πρέπει. Να τους αποκαλώ φίλους γιατί μιλήσαμε κανα δυο τρεις φορές.
Βαρέθηκα να χαμογελώ σε ρηχές βαρετές κουβέντες άσχετων ανθρώπων.
Κουράστηκα να δουλεύω μόνο εγώ για να κρατηθεί η σχέση. Κουράστηκα να σέβομαι μόνο εγώ.
Κρίμα.
Μας πήρε η μπάλα της καθημερινότητας. Μας πήρε και μας σήκωσε. Και μια τρύπα στο νερό κάνουμε τελικώς.
Καμιά φορά θέλω απλώς να φωνάξω "βοήθεια!!!"
Δουλεύω σαν το σκυλί.
Τα χω παίξει...
Κάποιο χέρι, βάζει στη ζωή μου, όλες τις αποχρώσεις του γκρι, σβήνοντας με τη γόμα τα υπόλοιπα χρώματα της ίριδας.
Τόσο πολύ, τόσο συχνά, που πια γίνεται συνήθεια.
…Ανοίγεις την αγκαλιά σου και με κλείνεις μέσα.
Τυλίγεις τα χέρια σου στα πλευρά μου και γω κουλουριάζομαι σαν έμβρυο για να χωρέσω.
Ολόκληρη.
Γέρνω το κεφάλι μου και το ακουμπώ στο στήθος σου.
Συντονίζομαι στο χτύπο της καρδιάς σου.
Κλείνω τα μάτια, βγάζω τον αέρα από τα πνευμόνια μου και σωπαίνω.
Βαστάω ακόμα και την ανάσα μου.
Είμαι γεμάτη.
"Σ' αγαπώ."
"Θα σ' αγαπώ."
…Χωρίς πρόσωπο.
Χωρίς φωνή.
Χωρίς ταυτότητα.
Άγνωστη ανάμεσα στο πλήθος.
Μια ψυχή ανάμεσα στις άλλες.
Ένας ψίθυρος ανάμεσα σε ψιθύρους.
Και σε κραυγές.
Δειλά.
Αργά.
Σαν μωρό που μαθαίνει να μπουσουλάει.
"Σ' αγαπώ."
…Στην πόρτα που κλείνει για να αναζητηθεί η απουσία.
Στις συγνώμες ξανά και ξανά.
Στα βουνά που μετακινώ στο όνομα του «μαζί».
Στην αδυναμία του χώρια.
Στις αγκαλιές της επιστροφής.
Στα χατίρια που σου κάνω.
Στις εκπλήξεις σου, που γέλαγα.
Στην έμπνευση στα μάτια σου.
Στην ανεξάντλητη αγάπη.
Στις αγωνίες.
Στις ζήλιες και στη σιγουριά.
Στις θάλασσες που μου έδειξες.
Στα βουνά που σε περπάτησα.
Στις λέξεις που μου έμαθες.
Στα τραγούδια μας.
Στην οργή σου.
Στις φωνές μου.
Στα γέλια μας.
Στα μεθύσια μας.
Στο ζεϊμπέκικο που σου χορεύω.
Στους ομηρικούς καυγάδες μας.
Στο χρώμα που έβαλες στο γκρίζο μου.
Στα «χωρίζουμε» που δεν εννοούσαμε.
Στα «για πάντα» που κρατάνε.
Στα δώδεκα χρόνια που μοιάζουν μια μέρα.
Στα επόμενα…
Σε σένα που χρειάστηκα τρία δευτερόλεπτα για να καταλάβω ότι θα γεράσω μαζί σου…