Ξέφτισε το όνειρο και τα ξέφτια του
βρόχος γίνανε να με πνίξουν.
Μετρώ τις μέρες,
τα χρόνια που έφυγαν στη σιωπή.
Γέρασα κι ακόμα μετρώ....


.

Σάββατο 12 Απριλίου 2008

Της …«αγάπης» αίματα για το Μέγα Πάσχα



Η οσμή του αίματος σου τρυπάει τα ρουθούνια, ανακατεύεται με τα αλατοπίπερα, το μάραθο και το λαδολέμονο που συνθέτουν ένα μοναδικό άρωμα ευφορίας.
Το γδαρμένο αρνί κρεμασμένο στο τσιγκέλι στραγγίζει τις τελευταίες σταγόνες αίμα που του ΄χουν απομείνει έτσι που στεγνό και καθαρό να στολίσει σε λίγο την πασχαλινή σούβλα.
Δίπλα η συκωταριά και τα καθαρισμένα έντερα περιμένουν υπομονετικά τον «καλλιτέχνη» να συνθέσει τον άρχοντα του πασχαλινού τραπεζιού, το κοκορέτσι.
Μπαίνεις στο μπάνιο κι αφήνεις το νερό να τρέξει με δύναμη στο κορμί σου, να διώξει την κούραση της μέρας.
Το νερό κοκκινίζει από το αίμα που πετάχτηκε στα χέρια, το πρόσωπο, κι ολόκληρο το κορμί σου τη στιγμή που το κοφτερό λεπίδι του χασάπη τρυπούσε την καρδιά του άκακου αρνιού που διάλεξες και ξέκοψες από το κοπάδι του για τον πασχαλινό σου οβελία.
Φρεσκοπλυμένος και καθαρός φοράς τα γιορτινά σου.
Σε λίγο θα χτυπήσουν οι καμπάνες στις εκκλησιές για το «δεύτε λάβετε φως» για το «Χριστός Ανέστη» και πρέπει να είσαι εκεί ως καλός χριστιανός να πάρεις και να δώσεις το μήνυμα της αγάπης.
Περιμένοντας να ανάψει το πράσινο φως για την «επίθεση» στη μαγειρίτσα κοιτάζεις γύρω σου να δεις αν ήρθαν όλοι, το ίδιο άλλωστε κάνουν και οι άλλοι, ο παπάς μόνος του τα λέει και μόνος του τα ακούει.
Μόνο το «Χριστός Ανέστη» τους ενδιαφέρει κι αυτό θα το ακούσουν, ακόμα κι αν ο παπάς δεν έχει αποσώσει την ανάγνωση του ευαγγελίου, από τα βαρελότα που θα σκάνε δίπλα τους σαν οβίδες μόλις οι δείκτες του ρολογιού δείξουν μεσάνυχτα.
Με τα καλά τους και το καλό τους χαμόγελο κρεμασμένο στα χείλη είναι όλοι τους εκεί έτοιμοι να γιορτάσουν τη μεγαλύτερη γιορτή της Χριστιανοσύνης, την Ανάσταση, τη γιορτή της Αγάπης που λες θα εξαλείψει την κακότητα και το φθόνο που κρύβουν μέσα τους.
Το άρωμα από τις πασχαλιές του διπλανού κήπου μπερδεύεται με το κοκτέιλ των αρωμάτων από τα σαμπουάν και τις κολόνιες που βάζουν οι καλοί χριστιανοί για να σκεπάσουν τη μπόχα που αποπνέει η μιζέρια και η ματαιοδοξία τους.

Παρασκευή 4 Απριλίου 2008

blogοπαίγνιδο

Μια πολύ καλή φίλη, η Άποψη, με προσκάλεσε να συμμετάσχω σ΄ αυτό το
ανόητο blogοπαίγνιδο και εγώ έκανα πέτρα την καρδιά κι ευχαρίστως απαντώ στο ερωτηματολόγιο της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθήνας , (μοιρασμένο, πριν 2 χρόνια στην έκθεση "Φαντασία της πραγματικότητας").

-Γιατί κλαις;
Κι όμως κυρία μου κι άντρες κλαίνε
- Γιατί δεν κλαις;
Για να μην προδοθώ!
- Πού είναι ο βάλτος;
Από πάνω μου.
- Ποιος και πού είναι ο δεσμοφύλακας;
Απέναντι στον …καθρέφτη μου.
- Πού συναντάς μια εντελώς δική σου άβυσσο;
Στην ψυχή μου.
- Περιφρονείς κάτι;
τα μπλογκοπαίχνιδα
- Θα ερωτευόσουν για πάντα;
Το για πάντα είναι σχετικό.
- Γιατί πουλιούνται τα «έργα τέχνης»;
Γιατί υπάρχουν αυτοί που τα αγοράζουν.
- Μήπως να αφαιρεθούν τα εισαγωγικά από την προηγούμενη ερώτηση;
Και που θα βρούμε τόσους συλλέκτες;
- Do you remember revolution?
Ασφαλώς, Την προετοίμαζα χρόνια!
- Θα ανέβαινες ένα βουνό αν το επέβαλε το ωροσκόπιό σου;
Με τίποτα.
-Θα σκότωνες τον παππού σου, αν το τζάμι δεν έσπαγε απ' τον πάγο;
Αφήστε τους παππούδες να ζήσουν, παλιόπαιδα!
- Θα μπορούσες να κλείσεις τα μάτια σου, αν η ζωή σου έστηνε καρτέρι;
Όχι, είναι τόσο όμορφη που θα καθόμουν να την κοιτάω με τις ώρες.
- Θα κυλούσε η πέτρα του θανάτου το πρωί, αν δεν κινδυνεύατε να τιμωρηθείτε απ΄το νόμο;
Όταν πρέπει και πρωί και βράδυ κι απόγευμα.
- Θα εξετάζατε το ενδεχόμενο να διανύσετε μετά τα μεσάνυχτα απ΄την αρχή μέχρι το τέλος την οδό Αχαρνών, αν γνωρίζατε ότι ποτέ δεν πρόκειται να σας συλλάβουν;
Να με ληστέψουν όμως;
-Θα σκότωνες τον Μπους αν σου χάριζαν δέκα λαχταριστά εκλέρ;
Κρατήστε τα εκλέρ σας δεν είμαι ιδιοτελής.
-Θα μου έδειχνες τα σαπισμένα σου δόντια αν έβλεπες μέσα τους τ΄αστέρια;
Δώσαμε, δώσαμε.
- Θα έπεφτες στο πηγάδι αν ήσουν θλιμμένος;
Που να βρω πηγάδι μέσα στο βάλτο.

Και ενώ πρέπει δεν θα καλέσω τους επόμενους να συνεχίσουν.

Σάββατο 29 Μαρτίου 2008

Θα ανάβω με τσιγάρα θα σβήνω με ποτά...

Alexiou - Apopse T...





Στίχοι: Σοφία Αργυροπούλου
Μουσική: Αντώνης Βαρδής
εκτέλεση: Χαρούλα Αλεξίου




* αρχική φωτογραφία από thecia.com.au













Χάθηκες


Χάθηκες, θαμπή φιγούρα στην ομίχλη.
Σφάλισες τα πορτοπαράθυρα,
μην και ο ήλιος μπει, μην κι ο αγέρας φυσήξει
και διώξουν μαζί τη σκόνη που κατάκατσε σαν βράχος.

Χάθηκες, έτσι ξαφνικά όπως ήρθες.
Το γέλιο σου, που δεν το άκουσα ποτέ, \
το πνιξες πριν βγει και σκορπίσει το δάκρυ
από τ΄ ακροτσίνορα των ματιών σου.

Χάθηκες, στα σκοτάδια που γύρω σου απλώνεις
σαν Πηνελόπη που περιμένει τον Οδυσσέα
που δεν λέει να γυρίσει, να διώξει του μνηστήρες
που την πολιορκούνε.

Χάθηκες, πιασμένη στους ιστούς της αράχνης
που υφαίνεις για να κρυφτείς απ΄ αδιάκριτα μάτια,
να κρυφτείς από τη ζωή που δεν περιμένει
μα ότι κι αν κάνεις δεν μπορείς από τον εαυτό σου να κρυφτείς.

29/3/2008

Παρασκευή 28 Μαρτίου 2008

αφιερωμένο εξαιρετικά



Kato Apo Ti Marki...


Οι στίχοι είναι του Μάνου Ελευθερίου, η μουσική που ακούγεται του Γιάννη Σπανού και η γλυκιά φωνή της Χαρούλας Αλεξίου

Πέμπτη 27 Μαρτίου 2008

πετάξτε τα περιτά...



Τετάρτη 26 Μαρτίου 2008

Χειμωνιάτικη λιακάδα


Γαλέος με σκορδαλιά, χταπόδι ψητό, τσίπουρο χύμα από την Αγχίαλο, απέραντο γαλάζιο μπροστά σου, ο αέρας στα 6 τουλάχιστον μποφόρ γεμάτα, χωρίς νάιλον κουρτίνες που σου χαλάνε όλη τη μαγεία, και ένας χειμερινός κολυμβητής να παίζει με τα κύματα.
Δευτέρα μεσημέρι, παραμονή της εθνικής επετείου, αργία, λιακάδα, τι καλύτερο να επιθυμήσεις και να μαι.
Στου Βολιώτη στη παραλία της Λούτσας, μαγαζί λαϊκό κι όχι σαν κάτι Ξυπόλητα αριστοκρατικά που προτιμάνε οι δήθεν και οι περίπου.
Με το τσίπουρο στο ένα και ένα τσιγάρο στο άλλο χέρι αγναντεύω το απέραντο γαλάζιο, αναπολώ το χτες που έφυγε, σκέπτομαι το αύριο που είναι αβέβαιο και μελαγχολώ με το σήμερα κι όσα απίστευτα συμβαίνουν.
Γουλιά, γουλιά, το τσίπουρο, ψηφίδα την ψηφίδα αναπηδούν οι σκέψεις από τον άγνωστο βυθό της μνήμης για να συμπληρώσουν το παζλ.
Περνάει η ώρα, η φρεασκαδούρα σου ψιχαλίζει το πρόσωπο με θαλασσινό νερό, θολώνουν οι σκέψεις από το τσίπουρο τ΄ αψύ, μοιάζουν βαρκούλες σ΄ ανταριασμένο πέλαγος τα χρόνια που διαβήκανε.
Σταλιά σταλιά η νιότη άδειασε το κορμί που στέκει τώρα εκεί ασάλευτο σαν πολυκαιρισμένο κρασί από ατρύγητο αμπέλι στα αζήτητα της κάβας.
Αναμετράς το μπόι σου κι όλο λειψό σου βγαίνει, τρομάζεις στον ανήφορο, χτυπά η καρδιά σαν του πουλιού του τρομαγμένου, στις σκάλες που ανεβαίνεις.
Στο βάθος ένα φορτηγό τραβά κατά το Λαύριο, βαρύ αργόσυρτο λες κι έχει σταματήσει μεσοπέλαγα, λες και περιμένει το ταχύπλοο που έρχεται πίσω του να το προσπεράσει.
Τόπο στα νιάτα, σκέπτεσαι , κάνουν και τα καράβια και νάτο νεότευκτο, ταχύπλοο το άλλο δεν το τρομάζει ο καιρός, πετάει πάνω στα κύματα και προσπερνάει αγέρωχο το γέρικο εμπορικό που πλέει σπρώχνοντας τα κύματα λες κι είναι σταματημένο μεσοπέλαγα.
Πέρασε η ώρα, πληρώνεις το λογαριασμό και μαζί με την απόδειξη δε ξεχνάς να πάρεις μαζί σου σαν πειστήριο μια φωτογραφία με τα χταπόδια απλωμένα στη χειμωνιάτικη λιακάδα.