«
Κάντε κάτι με τα Μάλια».
Κραυγή αγωνίας από τον εισαγγελέα Ηρακλείου, Νίκο Μαρκάκη, προς την Αστυνομία, την Πυροσβεστική και την Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων (πρώην ΣΔΟΕ), να κάνουν κάτι γιατί η κατάσταση είναι εκτός ελέγχου…
…φέτος, έχει παρατηρηθεί για πρώτη φορά και αύξηση των κρουσμάτων κυκλοφορίας πλαστών χαρτονομισμάτων των 50 και 100 ευρώ. Οι Βρετανοί που συνελήφθησαν με ποσά από 1.000 έως 2.500 ευρώ σε πλαστά χαρτονομίσματα, είπαν πως τα προμηθεύτηκαν σε χαμηλή τιμή μέσω Ιντερνέτ στην πατρίδα τους….
…Συνελήφθησαν, όμως, και δύο Έλληνες, τη στιγμή που παρελάμβαναν από ταχυδρομική εταιρεία ένα δέμα με πλαστά χαρτονομίσματα συνολικού ποσού 10.000 ευρώ, που είχαν σταλεί από τη Βουλγαρία.
….Μέσα στον γενικό «χαμό», κυκλοφορούν επίσης κλεφτρόνια, ανήλικοι ζητιάνοι και κλέφτες που ακολουθούν τις οδηγίες των γονιών τους, αλλά και μανάδες με μωρά στην αγκαλιά που ζητούν ελεημοσύνη στις 4 τα ξημερώματα….
Η είδηση από τη χθεσινή
Ελευθεροτυπία……και η
θάλασσα μολυσμένη, που να αντέξει τόσες αποχετεύσεις… και να μην μπορείς ούτε να δροσιστείς αν σε βγάλει ο δρόμος σου κατά κει.
Τα δικά μου Μάλια, αυτά που έχω κρατήσει στη μνήμη μου και την καρδιά μου από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, σίγουρα δεν μπορεί να είναι αυτά τα Μάλια για τα οποία ακούμε και διαβάζουμε σήμερα…
Από τον Πειραιά είχα ξεκινήσει το ταξίδι με τις χειρότερες συνθήκες για διακοπές, 39 πυρετό και ένα φρικτό πονόδοντο.
Ήταν η πρώτη μας φορά που κατεβαίναμε στο νησί, χωρίς συστάσεις, χωρίς υποδείξεις για το που θα πάμε που θα κατασκηνώσουμε. Οικογενειακώς και μαζί ένα ζευγάρι φίλων που έκαναν το μήνα του μέλιτος με …σκηνή.
Αφού περιπλανηθήκαμε μια ολόκληρη μέρα φθάσαμε να κατασκηνώσουμε το βράδυ στην άκρη ενός αμπελιού δίπλα σε κάτι καλαμιές χωρίς να ξέρουμε που βρισκόμαστε.
Οι διακοπές μου, που είχαν ξεκινήσει με κακούς οιωνούς, μου είχαν γίνει τώρα εφιάλτης καθώς παρά την ταλαιπωρία του ταξιδιού και της ημερήσιας περιπλάνησης στην πόλη του Ηρακλείου και την Κνωσσό, πυρετός και πονόδοντος δεν με άφηναν ούτε να κοιμηθώ, να χαλαρώσω έστω για λίγο.
Το πρωί άνοιξα τα πρησμένα από την αϋπνία μάτια μου, βγήκα από τη σκηνή και αναζήτησα τους υπόλοιπους που είχαν από ώρα φύγει.
Τους είδα να παίρνουν «πρωινό» (καφέ οι μεγάλοι, γάλα τα παιδιά) σε ένα αυτοσχέδιο καφέ που είχε στήσει μια Κρητικιά σε ένα τσαντίρι στην μέση του αμπελιού.
Χαμογέλασα, ήταν η πρώτη φορά από τότε που ξεκινήσαμε και πήγα να τους συναντήσω…
Θα πιεις καφέ με ρώτησε η γυναίκα μου…
Τι καφέ να πιω όμως έτσι που ήμουνα και με τον πονόδοντο να με τρελαίνει…
Μήπως έχεις μια τσικουδιά ρώτησα την κυρία του «μαγαζιού»…
Αμέσως απάντησε κι έκανε να μπει στο τσαντίρι…
Πριν μπει εκείνη ακούστηκε η φωνή του άντρα της που μόλις είχε πέσει για ύπνο και πετάχτηκε απ΄ το τσαντίρι: Ποιος ζήτησε τσικουδιά…
Εγώ , είπα προσπαθώντας να καταλάβω τι λάθος είχα κάνει…
Ήρθε κοντά, είπε καλημέρα, στρογγυλοκάθισε και έδωσε την παραγγελιά: Πιάσε την μπουκάλα, τη δικιά μου ε, τράβα κι απ΄ το πηγάδι κάτι ροδάκινα που έβαλα να παγώσουν…
Αυτό ήταν ήπιαμε την πρώτη στην υγειά μας, ήπιαμε τη δεύτερη για τη γνωριμία μας, την τρίτη για καλές διακοπές την τέταρτη….
Σε καμιά ώρα η μπουκάλα είχε πιάσει πάτο, ο πυρετός είχε πέσει κι ο πονόδοντος είχε εξαφανιστεί σαν να μην υπήρξε ποτέ.
Είχε έρθει η ώρα να φύγω κι ο Κρητικός που δούλευε όλη τη νύχτα να πάει για ύπνο.
Τι να πληρώσω για τους καφέδες και τη τσικουδιά ρώτησα την κυρία του «μαγαζιού»…
Τίποτα να μην πληρώσεις απάντησε εκείνος, είναι πληρωμένα όλα απ΄ την παρέα είπε και σηκώθηκε.
Χαιρετηθήκαμε και λίγο πριν απομακρυνθώ ρώτησα: που ακριβώς βρισκόμαστε και ποιο δρόμο να πάρω για τη Νότια Κρήτη που ήταν ο προορισμός μας.
Να αυτό το χωριό που βλέπεις μπροστά σου είναι τα Μάλια μου είπε, εκεί δουλεύω τις νύχτες.
Έτσι γνώρισα τα Μάλια έναν όμορφο τόπο, με ζεστούς ανθρώπους, ατέλειωτες παραλίες και γαλάζια πεντακάθαρα νερά.
Ήταν τότε που μόλις είχε αρχίσει να αναπτύσσεται ο τουρισμός, δεν είχαν ακόμα πέσει τα πολλά λεφτά, δεν είχε βρωμίσει η περιοχή, οι άνθρωποι και η θάλασσα κι έβρισκες ακόμα ανθρώπους να πεις μια ζεστή καλημέρα και να σε κεράσουν μια τσικουδιά από την καλή, τη δική τους.
Την επόμενη φορά που θα βρεθώ στην Κρήτη δεν θα περάσω από εκεί, θα παρακάμψω, για δεν θα αντέξω τον ξεπεσμό τους και φοβάμαι, φοβάμαι πολύ μην συναντήσω εκείνον τον Κρητικό, το φίλο ενός αλησμόνητου αυγουστιάτικου πρωϊνού και θελήσει να με κεράσει…
Κι οι τσικουδιές, τώρα, είναι μπόμπες και δεν το αντέχω να χάνω φίλους…
.